Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2020

Δύο ποιήματα

της Βαρβάρας Χριστιά

Εικόνα: Τάσσος (χαράκτης)

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

Έφυγε από το σπίτι αξύριστος.

Με μια πένα στο χέρι

και ένα βιβλίο υπό μάλης.

«Πού πας έτσι;» τον μάλωσε

η μάνα του.

Της τον φέραν το άλλο πρωί ξυρισμένο.

Με ένα χέρι.

Κι ένα γαρύφαλλο φυτρωμένο

στο στόμα του.

 

«Πώς θα του σταυρώσω τα χέρια;»

ούρλιαξε.

Του δίπλωσε το ένα του χέρι

στην καρδιά.

Τον φίλησε στο ξυρισμένο μάγουλο.

«Των νεκρών τα γένια κάποτε μεγαλώνουν»,

παρηγορήθηκε.

 

Κι έκλαψε το γιο της

με γαρύφαλλα δάκρυα.

 

ΤΗΝ ΕΛΕΓΑΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Μα, εκείνος έπρεπε να την προλάβει!

Πάσχιζε να γεμίσει μ’ οξυγόνο τα πνευμόνια του

να της ουρλιάξει την αγάπη.

Μα, μύριζε ο καιρός αιθάλη, αιθάλη και μπαρούτι

και το φεγγάρι λαβωμένο πια ξεψύχαγε.

Τα κρίνα μάτωναν κι αυτά τραυματισμένα.

Τύμπανα έσκουζαν στις λεωφόρους

με τις μεμβράνες τους να πάλλονται αλλόκοτα.

Ένα ποτάμι άλικο τού μούσκευε τα πέλματα.

Χέρια μαντέμια του έκλειναν το στόμα.

Κι οι αλυσίδες του κι αυτές,

πρώτη φορά, κλαίγαν σκουριά απαρηγόρητες.

Μα, εκείνος έπρεπε να την προλάβει!

Εκείνη χάνονταν

σαν σε κινούμενη άμμο, μες στον όχλο.

Στο ένα της χέρι μια μεσίστια παντιέρα.

Στα χείλη, ένα φιλί που έχασκε ανεπίδοτο.

Μέσα στο πλήθος με τα λαρύγγια τα ξεριζωμένα.

Τρόμος, ριπές, κόσμος που έτρεχε

κι οι συμπληγάδες των καιρών που τους συνέθλιβαν.

Μα, εκείνος έπρεπε να την προλάβει!

Την ύστατη ώρα πριν να δύσει η εικόνα της,

«Ελευθερία, σ’ αγαπώ!» της φώναξε.

Μία ριπή

και ένα στερνό σπαρτάρισμα στο μάτι.

Κι ο ποιητής που έγραψε:

«Τούτο θαρρώ πως είν’ ελευθερία:

Να ’ν’ μπορετό κάθε στιγμή

τ’ όνομα της αγαπημένης σου

παντού και δυνατά να το φωνάζεις».

 

Συλλογή Ασυμφωνία τύπου Ξι, Εκδόσεις Πικραμένος 2019

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου