Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019



Ύστατο χαίρε στον Δημήτρη Χασαπογιάννη*

Ξέρω, ξέρω, Δημήτρη μου, θα πεις άστα αυτά,
αν και από την αρχή πρέπει να πω κι αυτό. Είμαι σίγουρος, όπως πάντα το έκανες με τους απέναντί σου, ότι θα με αφήσεις να ολοκληρώσω. Γιατί Δημήτρη μου, εσύ άκουγες, άκουγες πολύ τον καθένα και την καθεμιά της συντροφιάς σου, που την επέλεγες υπομονετικά και με πάθος, και με προσήλωση, και με νοιάξιμο, και με ανοιχτοσύνη.   Το έδειχνες με τον μοναδικό τρόπο σου, της απόσυρσης και της σιωπής, αν κάτι σε ενοχλούσε, αφού το δήλωνες πριν καθαρά. Άκουγες πολύ, δεν διέκοπτες την αλήθεια του δίπλα σου, γιατί έτσι υπήρχες κι εσύ. Και όσο κι αν ήταν ιδιαίτερες, φωτισμένες και διορατικές οι απόψεις και παρεμβάσεις σου, και σε απίθανα θέματα που διακλαδίζονταν οι κουβέντες μας, επιστήμη, ποδόσφαιρο, κινηματογράφος, μουσική, θέατρο, ιδίως οι μεταμεσονύκτιες, στον Χασομέρη στον Ηλία ή τα μεσημέρια στην Αμαλία, ήσουνα ιδανικός μαχητής της δημοκρατίας των σωματικά συμμετεχόντων, κράταγες την μονάδα σου μόνο. Φανατικός πάντα για την συλλογικότητα, ποτέ για την άποψή σου.
Δεν υπέκυπτες ποτέ, σε διαδικασίες σε πρακτικές, σε τερτίπια, που συνέβαιναν στις συνεδριάσεις μας, όσο κι αν λοξοκοιτάζαμε εμείς, στο ΚΚΕ ΕΣ, στο ΚΚΕ ΕΣ ΑΑ, στην ΑΚΟΑ, στην ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ και στα εκλεγμένα όργανά τους, όταν σπάνια συμμετείχες, όχι λόγω έλλειψης  χρόνου και κόπου. Δεν υπέκυπτες στο λάθος των πρόσκαιρων πλειοψηφιών, στην νίκη της μιας μικρής έναντι της άλλης αριστερής ομάδας και άποψης, «τρικυμία στο ποτήρι» όπως χαρακτηριστικά έλεγες. Γι αυτό και ήσουνα φανατικός με όλα τα εγχειρήματα, ιδίως τα κινηματικά, για την ενότητα της αριστεράς, στο Κοινωνικό Φόρουμ, στον Χώρο Διαλόγου. Κινηματικός και κομματικός και κυρίως βαθιά αναρχικός, διαλιζόσουνα όταν έρχονταν οι ντιρεκτίβες από τις ηγεσίες, και επέμενες στην ουσία και την πεμπτουσία του μέλους, του κάθε μέλους την άποψη. Της άμεσης σωματικής συμμετοχής.
Ξέρω, ξέρω θα πεις άστα αυτά, αλλά συνεχίζω. Από την περιπλάνησή σου στην Ευρώπη μόλις πήρες το πτυχίο στο ΕΜΠ, χωρίς διαβατήριο όλη την επταετία των Συνταγματαρχών της Χούντας, ποτίστηκες και άνθησες με όλα τα λουλούδια που έφερε ο Μάης του ’68, και τα εργατικά κινήματα, στην κοινωνία και στις τέχνες της, αν και ποτέ δεν σε άκουσα με λεπτομέρειες να μιλάς γι’ αυτά. Κι έτσι μηχανικός εσύ, ανήσυχος και αντισυστημικός, σε τράβηξε η κοινωνιολογία της εργασίας και των μηχανών. Μαζί σου γνώρισα τις κριτικές σχολές της επιστήμης και τις φωνές και τα γραπτά των Φέγιεραμπεντ και του Κουν, τις κοινωνικές τους ατροφίες και ακυρώσεις. Τους κορσέδες που φορέσαμε στις επιστήμες, για να μην μολύνονται από τα αχ! του κόσμου της εργασία.
Υποψιασμένος και μελετημένος βαθιά για τις κοινωνικές απολήξεις των δικών σου αντικειμένων του μηχανικού, ήσουνα ένας δάσκαλος φάρος, γι’  αυτό και φουρνιές φοιτητών και φοιτητριών ήτανε μαγεμένες και πίναν (μεταφορικά και κυριολεκτικά) στ’ όνομά σου, αλλά και μαζί σου. Εκεί στο γραφείο σου στο πανεπιστήμιο, μαζί με τον Σταύρο, είχατε φτιάξει μια φωλιά βιβλίων και σημειώσεων και συζητήσεων και αναζητήσεων, βαθιάς ελευθερίας και κριτικής της ίδιας της δουλειάς μας, πρωτόγνωρη και απίστευτη για μένα που ερχόμουνα από ένα συντηρητικό ακαδημαϊκό περιβάλλον του Χημικού, και της Ιατρικής αργότερα. Ακόμα έχω σπίτι μου, μετά από τόσες εκκαθαρίσεις, σε φωτοτυπίες,  αντίτυπο ενός βιβλίο σου για τις μηχανές και το κοινωνικό τους πρόσημο, μαζί με τον αντίχτυπο στα επαναστατικά κινήματα των εργατών.
Ξέρω, ξέρω θα πεις άστα αυτά, για σένα δεν ήθελες να μιλάνε, αλλά τώρα πλέον δεν μπορείς να κάνεις κάτι.  Ήσουνα ένας διανοούμενος των διεξόδων και των αδιεξόδων, κι εγώ μαζί με τους άλλους και τις άλλες, τυχεροί που σε γνωρίσαμε, και πορευτήκαμε αυτά τα χρόνια, εγώ από την πολύμηνη κατάληψη του Παραρτήματος το 1978, και την εμβληματική σας απεργία του ΕΔΠ των εκατό ημερών, που σημάδεψε το μετέπειτα φοιτητικό και πανεπιστημιακό κίνημα. Μειλίχιος ακόμα και στις ρήξεις και στις διαφωνίες, συνεπής στις δεσμεύσεις σου (εκτός στον εαυτό σου βέβαια), έδινες χώρο και χρόνο στις ουσιαστικές σχέσεις, με έγνοια και φροντίδα, μακριά από  συμβάσεις, τυπικότητες και πρωτόκολλα. Άπλωνες φτερούγες σε κατατρεγμένους, πρώτος για βοήθεια, και τα βιβλιάριά σου, διαθέσιμα για να κλείνουν πληγές. Ήσουνα ένας ουσιαστικός άνθρωπος του κόσμου.   
Όμως κάτι άλλο με είχε σημαδέψει, και φαίνεται το είχα ξεχάσει, αφού δεν μου άφησε εμένα ουλές, αλλά σχετίζεται και με την ειλημμένη απόφασή σου να φύγεις. Ένα από τα πρώτα βιβλία που μου χάρισες ήταν του τραγικού πατρινού ποιητή Περικλή Γιαννόπουλου, γεννημένος το 1870. Δεν ξέρω αν ήταν τα ποιήματα ή το τέλος του Περικλή στον Σκαραμαγκά που σε μάγεψε. Το περιγράφει η Εστία στο φύλλο της 12ης  Απριλίου 1910. «Μετά τούτο ίππευσε, στεφανωμένος με αγριολούλουδα, και, αφού ανήρτησεν επάνω του ένα κομψόν σάκκον πλήρη βαρών και επλύθη με αρώματα, ώρμησε προς τα μαινόμενα κύματα και την ανοιξιάτικην μπόραν και απερίγραπτον τραγικήν ορμήν. Όταν έφθασε, καβάλλα εις το άλογο που εκολυμβούσεν, εις τα βαθειά, τότε επυροβόλησε κατά της κεφαλής του και αχάθη, ενώ το άλογο, αγριεμένο και ρουθουνίζον, απανήλθεν εις την ακτήν».
Εσύ Δημήτρη, όταν στα τελευταία, έρχονταν ο Γιάννης και η Νάντια να σε δουν, τοκανες σαν τον Μίλτο Σαχτούρη. Καιρό όσο ζούσε κι εκείνος κλεισμένος στο σπίτι του, ο Χρήστος Μπράβος πήγαινε συχνά να τον επισκεφτεί και πίσω από την πόρτα, τον περίμενε ο Σαχτούρης και του έλεγε «Φύγε Χρήστο, έχω τον δαίμονα μέσα». Με τους δαίμονές σου κι εσύ έκανες παρέα, και ήθελες να τελειώσεις μαζί τους την κουβέντα, και να φύγεις. Με την μοναξιά και την μοναχικότητα πάλευες, εκεί που χάνεις τον λογαριασμό. Ήσουνα μοναχικός, μια ευλογία γνωριμίας με τον εαυτό μας, γι αυτό και ευχαριστιόσουνα τις παρέες σου, όταν και όποιες επέλεγες. Με την μοναξιά όμως; Τι να την θρέψεις για να την ημερώσεις;
Έτσι τέλειωσες τις κουβέντες τον τελευταίο καιρό και με τους πιο δικούς σου ανθρώπους, που ήξερες καλά πόσο σε νοιάζονταν. Έκλεινες πόρτες και παραθύρια, και όλες τις χαραμάδες τελικά. Βάρος δεν ήθελες νάσαι, κι ας ήξερες καλά, ότι οι άνθρωποι και η ζωή δεν είναι βάρη. Ή με άλλα λόγια, ζωή χωρίς βάρη δεν υπάρχει, παραφράζοντας τα τσιτάτα μας περί σοσιαλισμού. Τώρα, είναι αλήθεια, το βάρος της απουσίας σου, δεν το υπολόγισες. Ευτυχώς αυτό το άφησες σε εμάς, κάτι κι εμείς νάχουμε δικό σου. Δημήτρη, Καλό σου Ταξίδι!

Γιάννης Ζαρκάδης
Πάτρα, 3 του  Σεπτέμβρη  2019
*Εξόδια παρέμβαση στην πολιτική κηδεία του Δημήτρη Χασαπογιάννη




Και πάλι το προσφυγικό είναι οξυμένο. Και πάλι ακούγονται μισαλλόδοξες φωνές κατά των προσφύγων και πάλι εμφανίζονται οι σημερινοί κυβερνώντες να δίνουν συγχωροχάρτι στους μισαλλόδοξους.
Η πόλη της Πάτρας έχει ζήσει σκληρές σκηνές μίσους κατά των προσφύγων όπως και την αγωνία τους να συνεχίσουν το ταξίδι τους ή να βρουν ανθρώπινες συνθήκες ζωής εδώ, αλλά υπήρξε – και σε μέγιστο βαθμό – αλληλεγγύη από δημοκράτες πολίτες και όμορφα αγόρια και κορίτσια. Οι λογοτέχνες της πόλης  με το έργο τους συμπαραστάθηκαν στα κινήματα αλληλεγγύης και έστρεψαν τα φώτα τους στους κατατρεγμένους συνανθρώπους μας.
Η ΑΟΡΤΗ ανθολογεί τρία ποιήματα του Πατρινού ποιητή Σπύρου Λ. Βρεττού από τις ποιητικές του συλλογές, εκδόσεων Γαβριηλίδη, « Ανιστόρητο» 1999, « Συνέβη» 2007, « Διαπραγματεύσεις» 2019.
Στο πρώτο ποίημα με τίτλο «ΣΑΡΚΑΣΜΟΣ  1997» είναι  οι Αλβανοί και Ιρακινοί πρόσφυγες της δεκαετίας του 1990 που πνίγονταν στις θάλασσες.
Στο δεύτερο με τίτλο « Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΡΑΒΑΤΖΟ ΔΙΑΛΕΓΟΝΤΑΣ ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΟΥ» είναι ο ποιητής που διαλέγει για το έργο του πρόσωπα από τους καταυλισμούς της δεκαετίας του 2000 όπως  ο τότε καταυλισμός των Αφγανών, στην Ηρώων Πολυτεχνείου.
Στο τρίτο με τίτλο « ΡΑΜΜΕΝΑ  ΧΕΙΛΗ» ( στα σύνορα) είναι ο Ιρανός της δεκαετίας του 2010 που στον φράχτη της  Ειδομένης ράβει τα χείλη  για να διαμαρτυρηθεί αλλά έτσι δεν θα μπορεί να φιλήσει την αγαπημένη του. Ένα σπαρακτικό ποίημα σαν των δημοτικών μας τραγουδιών της Ξενιτιάς.

ΣΑΡΚΑΣΜΟΣ 1997
Και όταν
λαθραίος στα ανοιχτά μιας ψεύτικης ιστορίας
βάλεις από τη βάρκα τις φωνές
κι όπως εξάγγελος παλιός
από την άκρη της γεωγραφίας
διασχίσεις με κουπί κρυφά την ίδια τη φωνή σου,

τότε, ανάλογοι Ιρακινοί και Αλβανοί,
λαθραίοι κι απ’ τον εαυτό τους,
όλοι θα μπάζουνε νερά
-«Πρώτα τα γυναικόπαιδα ας δανειστούν
μια θάλασσα να μη βουλιάζει»-
κι επάνω ακριβώς σ’ εκείνη τη στιγμή
ξανά οι άνδρες του λιμενικού να δικαιολογούνται:

«Είχε ομίχλη πολλή αυτή η ιστορία
και πού να ξέραμε ακριβώς τι εννοούσε;
Μας μπέρδεψαν εξάλλου οι φωνές
κάποιου εξάγγελου παλιού
που τον περάσαμε για μύθο οπλισμένο.

Μα τώρα
δίχως κανένα σαρκασμό
των ναυαγών και των πνιγμένων η ώρα».

(Σπύρος Λ. Βρεττός, από τη συλλογή «Ανιστόρητο» 1999)

Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΡΑΒΑΤΖΟ ΔΙΑΛΕΓΟΝΤΑΣ
ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΟΥ

Μα τι σκοτάδι συμπαγές ζωγράφισα
που δεν αφήνει πουθενά
έστω και λίγο φως να το αραιώσει;

Θέλω λοιπόν μία μορφή
που να ’χει από καιρό δεχτεί το φως,
να το ’χει αφομοιώσει.
Mια φωτεινή  μορφή
που να τρυπήσει από μέσα το σκοτάδι αυτό
-καθόλου όμως σαν παράθυρο που βίαια ανοίγει,
καθόλου σαν δέσμη φωτός απ’ το αόριστο κατεβασμένη
που πέφτει τυχαία τάχατες και πονηρά
στο πρόσωπο και το διακρίνει.

(Τέλος λοιπόν τα εύκολα τα μεταφυσικά.
H τέχνη θέλει συνέχεια αλλαγές στους τρόπους της
για να μπορεί το πρόσωπό της να είναι ίδιο.)

Σκοτάδι μου, την ώρα όπου σε ζωγράφιζα από μνήμης
-καθόλου εύκολο, τ’ ομολογώ-
χρειάστηκε, για μια στιγμή που δεν θυμόμουν
κάποια σου λεπτομέρεια,
να μου ποζάρει κι η ψυχή μου.

Αλλά μορφή, εσένα θα πρέπει να σε βρω,
στους δρόμους και στα καταγώγια να σ’ επιλέξω
ή όπου γεννιέται το πραγματικό
ακόμα κι αν το πουν καταραμένο.

Όπως στα πόδια του αγίου εζωγράφισα
τη βρόμα φανερή,
όπως για Παναγία μού επόζαρε η πόρνη που αγαπούσα
και πουθενά σ’ αυτήν το μεταφυσικό
εκτός από ένα φωτοστέφανο ανεπαίσθητο,
-μια στρογγυλή γραμμή
που κίτρινη χαράκωνε το από κάτω χρώμα-
τέτοιες σκηνές φαντάζομαι στους δρόμους όπου περπατώ
και στις ακτές όπου με λούζει ο πυρετός
μαντεύοντας έναν καυτό παρόμοιο θάνατό μου.

Μορφή, και αν δεν είσαι φωτεινή,
τουλάχιστον σε μια στιγμή ακραίας έντασης
από σπουδαίο γεγονός προσωπικό
να σε πετύχω,
και τούτη τη στιγμή στο εργαστήρι  μου
ίδια και απαράλλαχτη να ξαναστήσω.

Τι πρόσωπα κατέκλυσαν την πόλη μου
και στο λιμάνι και στους δρόμους και παντού;
Ποια σύνορα ανοίχτηκαν
και κατρακύλησαν οι στοιβαγμένοι;
Να ’μαι στην εποχή μου ή αλλού;
Είμαι στον τόπο που εγνώριζα
ή σ’ έναν τόπο που δεν μ’ αναγνωρίζει;
Σα να ξεκόλλησε απ’ αλλού η θάλασσα
σα να ξεκόλλησε ο καιρός
κι έφερε κόσμο αγνώριστο,
μορφές για να διαλέξω.

Μορφές, και αν δεν είστε φωτεινές,
εσείς που μόλις φτάσατε, ελάτε.
Στο εργαστήρι μου θα βρείτε φύσεις νεκρές για φάγωμα,
στην τάβλα επάνω τις ρώγες ξέχειλες,
τα ρόδια ανοιχτά,
ψωμάκι που μυρίζει σώμα,
κι όπως θα τρώτε αχόρταγα
και θα γλιστρούν σκληρές οι ρώγες απ’ τα δάχτυλα
κι άλλες θα σπάζουν ηχηρά κάτω απ’ το πέλμα ενός αγίου
-ήδη τον εζωγράφισα προτού να σας γνωρίσω-
εγώ απευθείας στο σκοτάδι μου
-χωρίς προσχέδια και τα λοιπά-
εσάς θα ζωγραφίσω,

εγώ απευθείας το σκοτάδι  μου
με σας θα το τρυπήσω.

Σπύρος Λ. Βρεττός
(από τη συλλογή Συνέβη, 2007)
  
ΡΑΜΜΕΝΑ ΧΕΙΛΗ
(στα σύνορα)

Δεν έχω φως, της έλεγε.
Αν είχα θα σου το ’δινα για να με δεις
πως κι αν μιλώ δεν με ακούς
γιατί -το ξέχασες;- είναι τα χείλη μας ραμμένα,
γιατί -το ξέχασες;- βρισκόμαστε σε σύνορα κλειστά.

Πάει καιρός -θυμάσαι;-
που ήτανε τα χείλη μου μες στα δικά σου.
Σπρώχναν οι γλώσσες μας η μία την άλλη
ποια γλώσσα θα νικήσει ποια.
Κι ύστερα
γίναν τα χείλη μας ραμμένα.

Ποια λέξη πήγαινε να βγει; Θυμάσαι;
Ποια λέξη υπερήφανη
θαρρούσε πως είναι αρκετή
να ειπωθεί και να νικήσει;
Γι’ αυτό
και γίνανε τα χείλη μας ραμμένα.

Να ρθει η φωνή, να ρθει η φωνή πίσω απ’ τα χείλη
να ρθει και να ’ναι σώμα που εκφέρεται,
αφήνεται στο λόγο,
σπάει τα χείλη, σπάει τα δόντια,
σπάει τις δυνατές κλωστές, ανοίγει
κάνει τα σύνορα πιο κει, τα ανοίγει
να ρθει η λέξη που μόνο σε φωνή ή γεγονός
το στόμα σου ανοίγει.

Πάει καιρός -θυμάσαι;-
που το δικό σου δέρμα κινιότανε
σαν να ’θελε να ανεβεί πιο πάνω από το σώμα.
Με γύρευε πολύ, με ήθελες, θυμάσαι;
Μείνε κοντά, μου έλεγες, να μην χαθούμε.
Δεν βλέπεις που έχουν μαζευτεί χιλιάδες άνθρωποι;
Δεν βλέπεις που έχουν όλοι σταματήσει;
Τα όρια, τα όρια, μου φώναζες
τα σύνορα, τα σύνορα κλειστά
και πώς θα πάμε σ’ άλλη χώρα;

Κι εγώ δεν έχω φως, του έλεγε.
Αν είχα, θα σου το ’δινα για να με δεις
που σβήνω. Κι είναι τα σύνορα κλειστά
κι είναι τα χείλη μου κλειστά.
Κι είναι κιόλας το δέρμα μου
πιο πάνω από το σώμα.

Σπύρος Λ. Βρεττός
(από τη συλλογή «Διαπραγματεύσεις», 2019)

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018

Γιάννης Αναγνωστόπουλος Πολιτισμός και Παράκτιοι Μεσογειακοί Αγώνες 2019




     Πρόσφατα παρακολούθησα την υπέροχη, κατά τη γνώμη μου, τελετή για την αντίστροφη μέτρηση της έναρξης των Παράκτιων Μεσογειακών Αγώνων του 2019 που θα γίνουν στην πόλη μας. Μια απλή, λιτή αλλά και ουσιαστική τελετή που ανέδειξε την σπουδαιότητα της οργάνωσης των συγκεκριμένων αγώνων. Έγιναν αναφορές στα έργα, στα αθλήματα και στα οφέλη, κοινωνικά ,οικονομικά και πολιτικά που θα αποκομίσει η περιοχή μας. Δυστυχώς δεν έγινε καμία αναφορά στα πολιτιστικά οφέλη.Ενδεχομένως το τουριστικό όφελος να επισκιάζει το πολιτιστικό.
     Αφού τελείωσε η τελετή σκεφτόμουν μια συνάντηση που είχα το καλοκαίρι του 2017 με έναν καλό φίλο και αξιόλογο καλλιτέχνη, από τη Ζάκυνθο, τον Νίκο Γράψα ο οποίος ηγείται ενός μουσικού συνόλου (FILOKALIA ROMANA) που ασχολείται αποκλειστικά με τη μουσική της Μεσογείου. Αυθόρμητα μπήκα σε σκέψεις για τη συγγραφή ενός κειμένου με θέμα τον πολιτισμό της Μεσογείου. Όπως αντιλαμβάνεστε δεν θα κάνω ολόκληρη ανάλυση για το θέμα, λόγω χώρου και χρόνου, απλά θα προσπαθήσω να "φωτίσω" γενικές αρχές με αφορμή τους αγώνες.
    Μεσόγειος, μια υδάτινη ζώνη με εσωτερική συνοχή. Ακριβώς αυτή η παραδοχή αναδεικνύει  την αναγκαιότητα και τη σπουδαιότητα των αγώνων για πολιτιστικά οφέλη.  Θεωρώ πως η επιλογή των αθλημάτων, που γίνονται σε αυτούς τους αγώνες, δε είναι τυχαία, προκειμένου να υπάρχει η συνοχή που λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των Μεσογειακών πόλεων. Εύλογα αναρωτιέται κανείς τα πολιτιστικά δρώμενα δεν πρέπει να έχουν συνοχή και να λειτουργούν ως συνδετικός κρίκος; Άλλωστε η Μεσόγειος σαν οργανισμός ρυθμίζεται κεντρικά από μια ομοιόμορφη έκταση ζωής και κλίματος τόσο ιδιαίτερη, που μόνο σε αυτή αναφέρεται ο προσδιορισμός «μεσογειακός». Οι πολιτισμοί μπορεί να είναι συναδελφωμένοι και φιλελεύθεροι, και ταυτόχρονα απόλυτοι και τραχείς. Δέχονται επισκέψεις από τους άλλους πολιτισμούς και τις ανταποδίδουν! 
     Μεσόγειος, μια εσωτερική θάλασσα. Όχι μόνο γεωγραφικά αλλά πολιτιστικά, κοινωνικά και ανθρωπιστικά. Και οι τρεις όροι, που αναφέρονται στην εσωτερική θάλασσα, συνάδουν με τον τρόπο ζωής και την καθημερινότητα των ανθρώπων που κατοικούν σε αυτή. Από τη μια το κλίμα, δρα ενοποιητικά επάνω στα τοπία και στους τρόπους ζωής, από την άλλη η ανθρωπογεωγραφική ενότητα της Μεσογείου έγκειται στο συνδυασμό ενός συστήματος δρόμων και πόλεων, που ορίζονται ως η οργάνωση του γεωγραφικού χώρου. Η  Πάτρα, ως Μεσογειακή πόλη, πρέπει να είναι συγχρόνως και δημιουργός και δημιούργημα των δρόμων, σε όλα τα επίπεδα. Τα ταξίδια των ανθρώπων, αλλά και των πολιτιστικών αγαθών επίσης, των πιο συνηθισμένων αλλά και των πιο απρόσμενων, δίνουν ραντεβού στην Πάτρα το 2019.
     Η Πάτρα οφείλει να ζωντανέψει τον Μεσογειακό πολιτισμό, να εξάγει τα αγαθά του και να τον κάνει να ακτινοβολήσει. Πολιτισμός που δεν εξάγει ανθρώπους, τρόπους σκέψης και ζωής είναι αδιανόητος. Θα ήθελα να κλείσω με ένα απόσπασμα του Braudel, που αναφέρει “Κάθε πολιτισμός βαδίζει προς το πεπρωμένο του είτε το θέλει είτε όχι. Όταν το τρένο μέσα στο οποίο βρίσκομαι στο σταθμό φεύγει, αυτός που κάθεται στο απέναντι τρένο έχει συχνά την αίσθηση ότι φεύγει και αυτός, αλλά προς αντίθετη κατεύθυνση. Έτσι διασταυρώνονται τα πεπρωμένα των πολιτισμών’’.
    Εύχομαι δύναμη, θέληση, κουράγιο, υπομονή  και διάθεση για διάλογο στην οργανωτική επιτροπή.



Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2018

Η ΑΛΛΗ ΘΑΛΑΣΣΑ του Βασίλη Λαδά

 
Διεθνή έκθεση Ντοκουμέντα,  Κάσελ της Γερμανίας, ο Κουρδο- Ιρακινός   εικαστικός HIWA K. (Χίουα) αναφερόταν  με την εικαστική του κατασκευή, στα υπαίθρια κοιμητήρια των μεταναστών κατά μήκος της ακτογραμμής της Αγιάς.  Η εικαστική παρέμβαση του Ιρακινού που είχε κοιμηθεί για μεγάλο διάστημα πλάι σε τέτοιους γυμνούς αγωγούς αποβλήτων στην Αγιά το 1996 εξευμένιζε τη  διαδρομή του προς τη Δύση και νοσταλγούσε το ταξίδι του. 




Η ΑΛΛΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


του Βασίλη Λαδά

Mεγάλωσα σ’ ένα σπίτι που απείχε πάνω – κάτω εκατό μέτρα από τη θάλασσα, του κολπίσκου της Ψιλής, νοτίως από το λιμάνι της Πάτρας. Τα πρώτα μου παιχνίδια στη Ψιλή τα θυμάμαι. Μολυσμένη ήδη από τ’ απόβλητα της πόλης τη δεκαετία του 1950. Κι όμως στην πετρώδη παραλία της τις Κυριακές έκαναν το μπάνιο τους οικογένειες. Τώρα η ονομασία  έχει ξεχασθεί γιατί μπαζώθηκε η παραλία με κρηπιδώματα, ευθυγραμμίσθηκε κι έχασε την ιδιαιτερότητα που είχε και  συνεπώς και τ’ όνομά του. Τώρα η περιοχή ανήκει στην Ιχθυόσκαλα που χτίσθηκε τη δεκαετία του 1960,  στα πετρελαιοκίνητα αλιευτικά και στο τελωνείο που χτίσθηκε τη δεκαετία του 1980 και με το πρώτο σεισμό κρίθηκε κατεδαφιστέο και απομένει νεκρό κουφάρι να θυμίζει τη διαφθορά της δεκαετίας.Η πόλις επεκτάθηκε από τότε  που κολυμπούσα ή ψάρευα με πετονιές στην Ψιλή κι από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 άρχισε να ψηλώνει με φυματικές πολυκατοικίες.

Αλλάζουν οι καιροί, τα χρόνια περνάνε αλλά η μνήμη γυρνάει πάντα στην παιδική ηλικία. Κι εγώ θυμάμαι τη μάνα μου που δεν ήθελε να κολυμπάω στην Ψιλή που ήταν βρώμικα, να με μαλώνει που κολυμπούσα στην Ψιλή. Δεν την άκουγα φυσικά και κατέβαινα στην παραλία  πλάι σ’ ένα  αγωγό αποβλήτων που κατέληγε εκεί, για να παραβγώ στο κολύμπι με τους φίλους μου ποιος θα φθάσει πρώτος στον απέναντι λιμενοβραχίονα που προστάτευε τον κολπίσκο στολισμένος στην άκρη του μ’ ένα μικρό φάρο. Υπήρχαν αραγμένα γρι- γρι στον κολπίσκο κι ένα μικρό ναυπηγείο για καΐκια. Χαρά θεού για τα παιδιά και τις περιπέτειες.

Αυτός ο ξεχασμένος – θυσία στην ανάπτυξη –  αποδιοπομπαίος κολπίσκος ήταν η αιτία να γεννηθεί η πόλις των Πατρών. Ήταν η σκάλα για τις τριήρεις των Ρωμαίων από τότε που κατέκτησαν τις ελληνικές πόλεις αλλά και των επιφανών περιηγητών που έρχονταν να προσκυνήσουν την Αθήνα. Ήταν βολικός ο κολπίσκος. Φαίνονταν σε ευθεία γραμμή από το έμπα του Πατραϊκού κόλπου. Αν συνέχισαν οι τριήρεις θα έπρεπε να διαπλεύσουν το στενό Ρίον – Αντίρριον  με τα μεγάλα κύματα και τους ισχυρούς βοριάδες για να βρουν αλλού καταφύγιο επί της Πελοποννήσου. Έτσι ήρθαν οι Ρωμαίοι εδώ, πέρασε κι ο Κικέρωνας για την Αθηνά. Κατέφυγε ο Αντώνιος με την Κλεοπάτρα μετά το Άκτιον. Κι όταν ο θριαμβευτής στο Άκτιο Αύγουστος μοίρασε σε παλαίμαχους κλήρους με εκτάσεις στον εύφορο κάμπο της περιοχής κι ήρθαν με τους δούλους τους  οι κουρασμένοι λεγεωνάριοι, η πόλις άνθισε. Οι  Αχαιοί ήσαν στριμωγμένοι προς το Παναχαϊκό κι ενδότερα αλλά σιγά – σιγά συγχωνεύθηκαν οι δύο ράτσες.  Κατέβαινε νεράκι από τα χιόνια του Παναχαϊκού όρους, από τα ποτάμια του Μειλίχου, του Γλαύκου, του Χάραδρου, του Σέλεμνου. Τον λαχνό της τύχης της πόλεως τον τράβηξε ο Αύγουστος και τα εκθέματα του Αρχαιολογικού Μουσείου της πόλεως είναι κυρίως Ρωμαϊκά απομεινάρια από πλουσιόσπιτα των Ρωμαίων και των ιερών τους. Ο κολπίσκος της Ψιλής ήταν η πύλη προς της Δύσης της Ελλάδος. Το 63 μ.Χ. αποβιβάστηκε ο Νέρων σύμφωνα με την ιστορία κι έμεινε ένα διάστημα στην Πάτρα, τυπώθηκε και νόμισμα με τη μορφή του. Την ίδια χρονιά τοποθετεί η εκκλησιαστική παράδοση τη σταύρωση του Απόστολου Ανδρέα κοντά στο ιερό της θεάς του Ολύμπου Δήμητρας. Ένας πλακόστρωτος δρόμος κατασκευάστηκε από τους Ρωμαίους που οδηγούσε στο λιμανάκι για να χρησιμοποιείται από τα κάρα που κατέβαζαν προς φόρτωση τα γεννήματα της Αχαϊκής γης. Η σημερινή  πεζοδρομημένη Τριών Ναυάρχων με τις δεντροστοιχίες των νεραντζιών – πικρά πορτοκάλια τα λέει ένας φίλος – είσαι πάνω ακριβώς από τον δρόμο που οδηγούσε προς τη Δύση.
Δεξιά κι αριστερά στο πλακόστρωτο μέχρι το λιμάνι ήσαν χτισμένα ιερά. Μεταξύ των οποίων και το Σεράπειον, του Αιγυπτίου Διός, που ανακαλύφθηκε στην εκσκαφή θεμέλιων πολυκατοικίας στα χρόνια της Χούντας αλλά ετάφη, όχι από τη φύση αυτή τη φορά , αλλά  με εντολή των αρχόντων της Χούντας γιατί οι ιδιοκτήτες του οικοπέδου φαίνεται πως είχαν τις κατάλληλες φιλίες. Ο Διευθυντής της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας που αρνιόταν να υπογράψει την  άδεια ανοικοδομήσεως μετατέθηκε εν μια νυκτί. Με πειράζει που υπάρχουν αμαρτίες που σκεπάζονται και ξεχνιούνται. Εν πάση περιπτώσει όταν πια η μάνα μου είχε γεράσει κι αποκάμει κι ήταν στα τελευταία της, άρρωστη βαριά, τη συντρόφευα μπροστά στην τηλεόραση, σιωπηλοί κι οι δύο. Σε μια εκπομπή βλέπαμε την αγαλλίαση των Ινδών πιστών που βουτούσαν στα βρώμικα νερά του Γάγγη για να εξαγνισθούν. Στη  μάνα μου που ήθελε τα πάντα να λάμπουν, δεν της διέφυγε ο σχολιασμός του παρουσιαστή για τα βρώμικα αλλά ιερά νερά του ποταμού. «Μα τι κάνουν μέσα στη βρώμα;» είπε. Κι εγώ για να γελάσει λίγο της είπα, «είναι βρώμικα νερά αλλά ιερά και μην ξεχνάς», της είπα, «πως κι εγώ στα βρώμικα νερά της Ψιλής βουτούσα που στην αρχαιότητα ήσαν ιερά γιατί γύρω από την Ψιλή ήσαν Ναοί όπως και ο Άγιος Ανδρέας με το αγίασμα δίπλα.» Γέλασε λίγο αλλά το γέλιο κατέληξε σε βήχα.
Τώρα που το ξανασκέφτομαι λέω ότι ναι το ιερό πολλές φορές είναι βρώμικο στην ύλη του και οι ρακένδυτοι καμιά φορά μπορεί να είναι μεταμφιεσμένοι Άγιοι που θέλουν να μας δοκιμάσουν, γι’ αυτό να μην τους περιφρονούμε.
Το πρόβλημά μου με την πόλι των Πατρών είναι οι μύθοι της, τα ιερά της. Για ποιο λόγο μπορείς να την θυμάσαι. Άλλο να την αγαπήσεις, άλλο να την μνημονεύεις ως κάτι ιδιαίτερο. Αν είσαι ερωτευμένος με το ταίρι σου η πόλις που ζεις αυτομάτως ομορφαίνει. Τι γίνεται όμως με την μνήμη των άλλων για την πόλη. Ποιο είναι το σήμα της που διαρκώς ηχεί να τη θυμούνται. Ποιο είναι το διαχρονικό συμβάν για το οποίο μένει ζωντανά στη μνήμη; Η Ιστορία είναι γνώση , δεν συγκινεί. Ο Μύθος πάει βαθύτερα, δίνει χίλιες μορφές στην ιστορία και οι Μύθοι γράφονται από τους λογοτέχνες ή αναπαριστώνται  από τους εικαστικούς.
Πιστεύω ότι ο μύθος της πόλεως των Πατρών έρχεται από τη θάλασσα, από εκεί που ήρθαν οι τριήρεις των Ρωμαίων. Πάντα ήταν η πύλη προς τη Δύση μέχρι τουλάχιστον σήμερα. Η θάλασσα της έδωσε δύναμη στους ελληνιστικούς – ρωμαϊκούς χρόνους και στην ύστερη αρχαιότητα. Η θάλασσα της έδωσε και δύναμη στον μεσαίωνα, με το εμπόριο της πορφύρας  από τα όστρακα του Πατραϊκού. Τρεις συναγωγές Εβραίων εμπόρων πορφύρας καταμέτρησε τον 12ο αιώνα ο ραβίνος Βενιαμίν της Τουδέλας που από την Ισπανία περιηγήθηκε στην Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Επί τουρκοκρατίας και πάλι ήταν το λιμάνι προς τη Δύση που τότε ήταν τα Επτάνησα. Όταν δημιουργήθηκε το κράτος της μικρής Ελλάδος και μεγάλωσε πάλι η πόλις, η θάλασσα την έχρισε πύλη προς τη Δύση για τους ταξιδιώτες και για το εξαγωγικό  εμπόριο της σταφίδας, για τις εισαγωγές. Μόνο που το λιμάνι δεν ήταν πια η Ψιλή των Ρωμαίων αλλά το τεχνητό προς βορράν της Ψιλής. Εκεί που ήσαν οι μόλοι ο Γαλλικός Λιμενοβραχίονας και ο κεντρικός μόλος με τον φάρο – σύμβολο της πόλης μέχρι που αποκεφαλίστηκε. Ένα φαλλικό σύμβολο σε μια θηλυκή πόλη. Μιναρέ τον αποκάλεσε ο συγγραφέας Μητσάκης στον « Αυτόχειρα »ένα εκπληκτικό αφήγημα που εξελίσσεται στην Πάτρα του 1896. Είχε έλθει εδώ να πάρει το καράβι για την Κέρκυρα. Η θάλασσα έμπαινε στην πόλη μέχρι το 1930 περίπου που κατασκευάστηκαν κρηπιδώματα. Ήταν δάσος όμως τα κατάρτια από κάθε είδους σκάφη.
Από το δεύτερο μισό του δεκάτου ενάτου αιώνα εξάγονταν από το λιμάνι η σταφίδα της Κορίνθου, της Αχαΐας, της Μεσσηνίας, της Ηλείας. Οι αγρότες που καλλιεργούσαν σταφίδα δανείζονταν από τους εμπόρους να περάσουν τον χειμώνα και τους εξοφλούσαν με το προϊόν τους. Όταν άπλωναν τη σταφίδα να ξεραθεί έτρεμαν μην βρέξει. Αν έβρεχε θα καταστρέφονταν, θα έχαναν τις υποθηκευμένες περιουσίες τους στις τράπεζες και στους τοκογλύφους που δάνειζαν με υψηλό τόκο.
Έναν τραπεζίτη σκότωσε ο αναρχικός Δημήτρης Μάτσαλης το 1896. Δύο μέρες μετά τη σύλληψή του αυτοκτόνησε και πέρασε στους μύθους της πόλης.
Όταν σταμάτησε η μονοκαλλιέργεια της σταφίδας, οι περισσότεροι ξένοι σταφιδέμποροι πήραν τα κεφάλαιά τους από εδώ και τα τοποθέτησαν αλλού. Η ζωή όμως συνεχίστηκε και οι καλλιεργητές πήραν κι αυτοί τα δισάκια τους και μετανάστευσαν οι περισσότεροι στην Αμερική.
Πια η πύλη προς τη Δύση έβλεπε να την περνούν οι μελλοντικοί στιλβωτές της Νέας Υόρκης και οι αγρότες στα τσιφλίκια της Βραζιλίας. Η πόλις περί τα 1900 είχε ήδη λαμπρά κτίρια με στοές προβηγκιανές που πια ήσαν και καταλύματα των μεταναστών που δεν χωρούσαν να κοιμηθούν στα κοιμητήρια των Ακτοπλοϊκών εταιριών. Βρωμούσαν, έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής, οι στοές κοντά στο λιμάνι.
Μελετητές των λειτουργιών του Λιμανιού της Πάτρας είχαν θέσει τη μετανάστευση ως πρώτη κατά σειρά λειτουργία, το εμπόριο δεύτερη, τη μετακίνηση ταξιδιωτών τρίτη.
Αν το λιμάνι λοιπόν εκσυγχρονίστηκε στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα για να εξυπηρετεί το εμπόριο και τους ταξιδιώτες .Η ιστορία το έφερε έτσι ώστε να περάσει  από την Πάτρα το αχρονολόγητο για την ανθρωπότητα έπος των μεταναστεύσεων. Δεκάδες χιλιάδες μετανάστευσαν από την Πάτρα , νόμιμα οι περισσότεροι, για τον νέο κόσμο από το 1890 μέχρι ακόμα και τη δεκαετία του 1950. Η αιχμή όμως ήταν στις δύο πρώτες δεκαετίες του δέκατου ένατου αιώνα. Η Πάτρα  ήταν  η αφετηρία του ταξιδιού για τους μετανάστες. « Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη», ενός μετανάστη στην Αμερική, μυθιστόρημα  του Θανάση Βαλτινού από την Πάτρα ξεκινά.  Η θαυμάσια μικρού μήκους ταινία του Θανάση Ρέντζη, «Γράμματα από την Αμερική», από την Πάτρα ξεκινά και εκατοντάδες μαρτυρίες ανώνυμων κι επώνυμων μεταναστών έχουν την Πάτρα ως  την   τύχη  ή την κακοδαιμονία που τους οδήγησε στην Αμερική. Ίσως αυτές οι μαρτυρίες παρακίνησαν τον Ελία  Καζάν  να έλθει στην Πάτρα και να ψάχνει γειτονιές για τα γυρίσματα της ταινίας του  «Αμέρικα, Αμέρικα». Όμως το λιμάνι είχε εκσυγχρονιστεί,  ο κεντρικός μόλος είχε εξέδρα γύρω από το φάρο του για τους κοσμικούς, δεν έκανε για γυρίσματα. Πέρασαν κι έφυγαν από δω πλήθη Ελλήνων της ελεύθερης Ελλάδας, αλλά και Έλληνες υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Αλβανοί και Ισραηλίτες και Μακεδόνες και Άραβες . Έφευγαν καράβια από τη Συρία , την Αίγυπτο , την Κωνσταντινούπολη, έρχονταν στην Πάτρα  αποβίβαζαν μετανάστες για να επιβιβαστούν μετά σε μεγαλύτερα καράβια για την Αμερική . Έμεναν εδώ δύο και τρείς εβδομάδες . Τα μεγάλα καράβια στρίμωχναν στ’ αμπάρια τους δύο χιλιάδες . Κοιμόντουσαν σε αιώρες. Ακούγονταν σε πολλές γλώσσες  γόοι και τραγούδια. Για άλλους ήταν λαχτάρα ζωής η μετανάστευση , για άλλους κατάρα. Σ’ ένα από τα καράβια  τον Αύγουστο του 1905 ακούστηκαν κοπετοί και θρήνοι από γυναίκες και παιδιά που θα ταξίδευαν. Ακούστηκαν δηλαδή  τα μοιρολόγια της ξενιτιάς.  « Καράβι των στεναγμών » ονομάστηκε από μια εφημερίδα το καράβι τους. Τον Μάιο του 1920   οι εφημερίδες γράφουν ότι δύο λέμβοι με μετανάστες χωρίς  νόμιμα χαρτιά γάντζαραν  σε ατμόπλοιο που αναχωρούσε για να ανέβουν οι ανεπιθύμητοι μετανάστες. Ο καπετάνιος και το πλήρωμα δεν τους άφηναν, το πλοίο έφυγε  κι αυτοί έμειναν γαντζωμένοι στα πλευρά του πλοίου. Πνίγηκαν άραγε όπως πνίγηκαν ή κάηκαν σε αμπάρια κρυμμένοι μετανάστες της δεύτερης εποποιίας του λιμανιού από το 1990 μέχρι και το 2010; Είχαμε και τότε ανάλογα ρεσάλτα. Ήσαν οι  φυγάδες από τους πολέμους του Ιράκ , του Αφγανιστάν ,  από τις λειψυδρίες και τους λιμούς της Αφρικής που έρχονταν στην Πάτρα , να κρυφτούν στα μεγάλα καράβια μέσα στα κοντέινερ με  φρούτα και  λαχανικά,  τσιπς και  ντομάτες. Τα δύο νεκροταφεία της πόλεως στην Λεύκα και στο Ζαβλάνι έχουν τάφους Κούρδων, Αφγανών , Αράβων . Μία γυναίκα που πήγαινε να βρει τον άντρα της στην Γερμανία γιατί νόμιζε πως την είχε εγκαταλείψει κάηκε μαζί με άλλους δεκαέξι σε ένα SUPER FAST. Η τραγωδία είναι ότι ο άνδρας της την περίμενε στην Αγκόνα . Ήρθε εδώ και την έθαψε . Την έκλαψε  δεν την είχε  εγκαταλείψει. Άλλοι πέθαναν , κεραυνοβλήθηκαν από το ηλεκτρικό της Δ.Ε.Η που το τραβούσαν παράνομα  να φωτίσουν στον καταυλισμό τους . Άλλοι ΄γιατί τους χτύπησαν φορτηγά ή μοτοσυκλέτες την ώρα που έτρεχαν να βρουν κρυψώνες. Έχουν γραφτεί αυτά από τους μετανάστες που έφταναν σώοι στην Ευρώπη , επέζησαν , μερικοί μορφώθηκαν, λίγοι  είναι  συγγραφείς και καλλιτέχνες. Η πόλις των Πατρών αναφέρεται ως σταθμός του ταξιδιού τους, ασχέτως αν πολλοί κυνηγήθηκαν.  Είναι  η πόλις από την οποία πέρασαν για να βρουν τη νέα τους ζωή και της χρωστούν ευγνωμοσύνη. Και για την πόλη αυτοί οι άνθρωποι ήταν και ένας οικονομικός τζίρος από αυτούς που δεν καταγράφονται στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν  γιατί το χρήμα που έπαιρναν από αυτούς οι δουλέμποροι , οι αξιωματούχοι , οι οδηγοί των φορτηγών , οι βοηθοί των οδηγών των φορτηγών και ένα σωρό άλλοι για να τους φυγαδεύσουν , ήταν μαύρο  και αφορολόγητο.
Η Πάτρα εκείνα τα κοντινά μας χρόνια. κινηματογραφήθηκε όσο ποτέ  και η εικόνα της πήγε παντού. Ένα φιλμ του  καλού   νέου σκηνοθέτη  Αθανάσιου Καρανικόλα  για τον καταυλισμό των Αφγανών στην Αγιά , που εκάη από την Αστυνομία το 2009 , προβλήθηκε στο φεστιβάλ κινηματογράφου του Βερολίνου και βραβεύτηκε.  Πρόσφατα το 2017 στη Διεθνή έκθεση Ντοκουμέντα, στο Κάσελ της Γερμανίας, ο Κουρδο- Ιρακινός εικαστικός HIWA K. (Χίουα) αναφερόταν  με την εικαστική του κατασκευή ,στα υπαίθρια κοιμητήρια των μεταναστών κατά μήκος της ακτογραμμής της Αγιάς.  Ήταν μια πολυκατοικία με κεραμικά  στο σχήμα αγωγών αποβλήτων. Κάθε αγωγός ήταν ένα διαμέρισμα και μέσα φαίνονταν οι οικοσκευές των μεταναστών. Αλλού γκαζάκια για το μαγείρεμα , αλλού δύο κουβέρτες βρόμικες, αλλού ένα πακέτο ρύζι, αλλού παιχνίδια παιδιών. Η εικαστική παρέμβαση του Ιρακινού που είχε κοιμηθεί για μεγάλο διάστημα πλάι σε τέτοιους γυμνούς αγωγούς αποβλήτων στην Αγιά το 1996 εξευμένιζε τη  διαδρομή του προς τη Δύση και νοσταλγούσε το ταξίδι του. Παρά τις κακουχίες οι ανά τον κόσμο και τον χρόνο πρόσφυγες κρατούν τα καλά από το ταξίδι τους, τις χαρές που είχαν . έτσι επιβίωσαν.  Ίσως , σκέφτομαι, η πολυκατοικία  με τους αγωγούς να συμβόλιζε και την εικόνα της πόλεως  που ας που ας μη γελιόμαστε, μια Ελληνική σαλάτα πολυκατοικιών είναι , που κάθε Φλεβάρη επαίρεται με επαρχιακή  ατάλαντη αυταρέσκεια για το νάυλον  καρναβάλι της. Ο  HIWA (Χίουα)δημιούργησε μύθο για την πόλη. Όχι ιστορία αλλά την ποίηση των γεγονότων. Τα υπνωτήρια των μεταναστών τη δεκαετία 1900-1920 ήσαν μικρές πολυκατοικίες σε μεγάλες αποθήκες που λέγονταν πανσιόν . Τετραόροφοι  ξύλινοι κοιτώνες που κοιμόντουσαν στρωματσάδα χωρίς παράθυρα , χωρίς τουαλέτες. Σκέφτομαι  πως κι αυτό μπορεί να λειτούργησε ενσυναισθητικά  στην έμπνευση του HIWA. Ίσως όμως να λειτούργησε και η ομορφιά του Πατραϊκού κόλπου , που ανακούφισε το βλέμμα του προς τη Δύση.
Όποιος κατεβαίνει για μια βόλτα στο λιμάνι στην πρώην κεντρική προβλήτα του Αγίου Νικολάου που την πάχυναν τα τσιμέντα και τώρα μοιάζει με πλατεία προεκλογικών συγκεντρώσεων, βλέπει απέναντι του προς τη δύση τα δύο μικρά βουνά,- σχεδόν λόφοι -της Παλιοβούνας και της Βαράσοβας. Γεωμετρική και πειθαρχημένη η Παλιοβούνα, αναρχική δίπλα της η χαμηλότερη Βαράσοβα, τρίκορφη με τρεις χαράδρες σαν χαϊμαλιά να κρέμονται από τις κορυφές της μέχρι τη θάλασσα. Τα δύο βουνά είναι οι ημερήσιοι φάροι της πόλεως.
Κι όπως κλείνει σχεδόν ο Πατραϊκός στο στενό Ρίου – Αντίρριου τα μικρά αυτά βουνά είναι το σήμα του λιμανιού της Πάτρας κι όχι ο βαρύς Παναχαϊκός στα νώτα της ανατολικά. Το χέρι του Λε Κορπυζιέ με μια μονοκονδυλιά τα σχεδίασε να φαίνονται σαν νότες πενταγράμμου. Η θέα τους,  το απαλό άγγιγμά τους στη θάλασσα εντυπωσίασε τους περιηγητές και τους ταξιδιώτες που έρχονταν στο Λιμάνι ή έφευγαν από αυτό. Δεν έμεναν για πολύ στην Πόλι. Μόνο αν καθυστερούσαν τα καράβια για τη Δύση το δέκατο ένατο αιώνα παρέμειναν λίγες ημέρες και τότε κάτι έγραφαν για την πόλη – λίγα όμως. Ο Έλληνες συγγραφείς όπως ο Καζαντζάκης ή ο Ουράνης κάτι παραπάνω. Ο Φλωμπέρ της Μαντάμ Μποβαρύ και της Αισθηματικής αγωγής που ήρθε στο τέλος της περιήγησης του στην Ανατολή για να ταξιδεύσει προς το Μπρίντεζι το 1851 βρήκε την πόλη φρικτή με απαίσιο κρασί στο πανδοχείο. Αυτά έγραψε στο ημερολόγιο από το ταξίδι του στην Ανατολή. Η πόλις δεν είχε αναπτυχθεί τότε όσο αναπτύχθηκε από το εμπόριο το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα. Τον Ιούλιο του 1901 περίμενε και ο Καβάφης τρεις ημέρες το ατμόπλοιο «Σκύλλα» να τον πάει στο Μπρίντεζι κι από εκεί άλλο καράβι στην αγαπημένη Αλεξάνδρεια. Του άρεσε η πόλη του καλοζωιστή Καβάφη, τα ρεστωράν, οι κομψοί περιπατητές ακόμη και οι εκκλησίες. Ισως γιατί ήταν εποχή που επεξεργαζόταν σε πρώτη μορφή το ποίημα «στην Εκκλησία» που τυπώθηκε το 1912. Το 1951 ένας άλλο Έλληνας συγγραφέας ο Μένης Κουμανταρέας που επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Πάτρα συνοδεύοντας τον Μάνο Χατζιδάκι και τη Ραλλού Μάνου που ανέβαζαν στο Δημοτικό Θέατρο το χορόδραμα «Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φίδι» . Έπληξε.
Η πόλις ήταν πάλι σε παρακμή. Οι αστοί θεατές του Δημοτικού Θεάτρου του φάνηκαν σφιγμένα πρόσωπα. Αναρωτήθηκε που ήσαν οι εργατικοί, οι ρεμπέτες, οι λαϊκοί από τους οποίους εμπνεόταν τη μουσική του ο Μάνος Χατζιδάκις. Τους βρήκε στο μυθιστόρημα του Κοσμά Πολίτη «Το Γυρί» που έγραφε για τους κατοίκους της γειτονιάς του Σκαγιοπουλείου κοντά στη θάλασσα. Έτσι γράφει στα αυτοβιογραφικά του κείμενα στο βιβλίο του  «ο Πλανόδιος Σαλπιγκτής». Δεν αναφέρομαι σε άξιους Πατρινούς συγγραφείς που οι ιστορίες τους τοποθετούνται στην Πόλη, μιλάω για τους ταξιδευτές που σηματοδοτούν την πόλη στα κείμενά τους και την μεταφέρουν.Και το κάνουν γιατί το ταξίδι τους είχε σταθμό στο λιμάνι της Πάτρας. Και είναι πολλοί που στα κείμενά τους αναφέρεται το λιμάνι της Πάτρας έστω και με μία λέξη, ο Χένρυ Μίλλερ, η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Μονταλμπάν, ο Ναζίμ Χικμέτ μεταξύ τους.
Η Πάτρα λοιπόν ήταν η πύλη της Δύσης και πλάι στην Βαράσοβα δύει ο ήλιος στη θάλασσα. Ένα ηλιοβασίλεμα εξυμνημένο από τους Καζαντζάκη, Παλαμά και από τον Καβάφη επίσης που στα ποιήματά του ελάχιστα τον απασχολεί η φύση, τον απασχολούν τα βάσανα του σώματος και η Ιστορία. Γράφει στο ημερολόγιό του που κρατούσε και το ταξίδι του στην Ελλάδα. «Η θέα στους απέναντι λόφους από την Πάτρα είναι ωραίοι ιδίως όταν δύει ο ήλιος». Πολλά χρόνια μετά ο Καβάφης – που αν δεν ήταν ποιητής θα ΄θελε να ‘ναι ιστορικός – συνδύασε το ηλιοβασίλεμα στους σχεδόν λόφους Παλιοβούνα και Βαράσοβα με την παραμονή του Νέρωνα στην Πάτρα. Στο ποίημα «Οιορία του Νέρωνος» δημοσιευμένο  το γράφει για τα γλέντια του κακού ποιητή αλλά υπέρτατου ηδονιστή Νέρωνα στην Πάτρα και στην Κόρινθο κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα. Γράφει «Των πόλεων της Αχαΐας εσπέρες / η ηδονή των γυμνών σωμάτων προπάντων». Θυμήθηκε την ωραία δύση στην Πάτρα  αλλά προπάντων η ηδονή τον ενδιέφερε τον Καβάφη.
Το λιμάνι της Πάτρας λοιπόν η «πύλη προς τη Δύση» δεν ήταν μόνο ένας αναγκαίος σταθμός αλλά κι ένας ωραίος σταθμός.
Το 2009  ερχόταν σχεδόν κάθε εβδομάδα στην Πάτρα ο μεγάλος μας σκηνοθέτης Θεόδωρος Αγγελόπουλος. Δεν έμπαινε στην πόλη, καθόταν στην ψαροταβέρνα του ΟΠΑΘΑ στην Ηρώων Πολυτεχνείου, απέναντι σχεδόν από τον καταυλισμό τότε των Αφγανών. Δίπλα ήταν εγκαταλειμμένο καρνάγιο με σαπισμένα ξύλα από τα ταξίδια που δεν τελείωσαν, με πετρώδη βρώμικη παραλία με πίσσες περιττώματα και ξεχασμένους τσιμεντοσωλήνες αγωγών σαν αυτούς που πιθανόν κοιμόταν ο Κούρδος εικαστικός. Απέναντι η ανοιχτοσύνη της θάλασσας, η Παλιοβούνα και η Βαράσοβα. Η παρέα του Αγγελόπουλου λίγοι φίλοι του. Ενίοτε προστίθενταν στην παρέα Αγγλόγλωσσοι νεαροί μετανάστες ένοικοι του καταυλισμού, μύριζαν τη βρώμα που κουβαλούσε ο καταυλισμός  αλλά για τον Αγγελόπουλο και για τους φίλους του ήσαν ιερά πρόσωπα, μουσαφερίμ. Ο Αγγελόπουλος επεξεργαζόταν το θέμα της ταινίας του που θα γύριζε με κεντρικό θέμα την νέα εποποιία, την μετανάστευση προς την Ευρώπη και η Πάτρα ήταν ο κεντρικός σταθμός προς τη Δύση κι ήθελε εδώ να γυρίσει την ταινία του και ήθελε ν’ ακούει ιστορίες. Ζητούσε βοήθεια από τις αρχές της πόλεως για την ταινία του, αλλά οι αρχές δεν το συζητούσαν. Θεωρούσαν ότι μια ταινία με θέμα τους μετανάστες στην Πάτρα θα έβλαπτε την πόλη. Τόσο τους έκοβε. Ο Αγγελόπουλος βρήκε βοήθεια από το Δήμο Κερατσινίου κι εστράφη τελικώς εκεί για τα γυρίσματα της ταινίας του. Αν ο Καζάν δικαιολογημένα δεν τράβηξε σκηνές στην Πάτρα για το «Αμέρικα – Αμέρικα», ο Αγγελόπουλος δεν θα γύριζε σκηνές γιατί ο φακός του βρήκε μπροστά τον φράχτη των αρχών.  Ο Αγγελόπουλος μιλούσε με φωνή αργή, στοχαστική, μουσική. Για την ηθική που τη θεωρούσε βιολογική ανάγκη για την επιβίωση των ανθρώπων, για την πολιτική ζωή του τόπου, για την ομορφιά της Ελλάδας, μ’ ένα ποτήρι ρακί στο χέρι. Έφευγε όταν έδυε ο ήλιος πλάι στη Βαράσοβα. Το σενάριο το ‘χε έτοιμο, τίτλος η «Άλλη Θάλασσα», στίχος από την ποιητική συλλογή «Μυθιστόρημα» του Σεφέρη που λάτρευε. Μετά από δύο τρία χρόνια που άρχισε τα γυρίσματα στο Κερατσίνι το σενάριο το είχε αλλάξει αρκετά. Ήταν η οικονομική κρίση της χώρας μας κι οι παρενέργειές της που θα έπρεπε να έχουν θέση στο σενάριό του. Σκοτώθηκε στα πρώτα γυρίσματα της ταινίας του με ένα τρόπο πανομοιότυπο με τους θανάτους των μεταναστών στην Ηρώων Πολυτεχνείου. Περνούσε απρόσεχτα ανάμεσα από δύο φορτηγά που σταματημένα θα φόρτωναν μετανάστες και μια μοτοσικλέτα που πέρασε και τον θέρισε.
Η «άλλη θάλασσα» μπορεί να σημαίνει την άλλη θάλασσα της Ελλάδας, του Ιονίου πελάγους. Ή την άγνωστη θάλασσα. Αυτή που μπήκαν οι Αργοναύτες για να βρουν το Χρυσόμαλλο Δέρας – γιατί για Αργοναύτες μιλά το ποίημα του Σεφέρη. Ίσως αυτή του ταξιδιού που δεν θέλουμε να την βλέπουμε γιατί την φοβόμαστε κι όμως είναι μια θάλασσα που είναι μέσα μας. Γιατί ακόμη και σήμερα όπως πάντα οι άνθρωποι ταξιδεύουν για να βρούνε τροφή, νερό και ασφάλεια.
Θυμάμαι τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον Τεό, τα νέα παιδιά που μετανάστευσαν, άπλυτα παιδιά με τις παρείσακτες μυρωδιές, που άλλο είναι στη Στοκχόλμη, άλλο στο Βερολίνο, άλλο στο Λονδίνο.
Οι καιροί αλλάζουν. Για την ώρα η δύναμη του λιμανιού μειώνεται. Δεν ξέρω τι θα γίνει στο μέλλον στην πόλη. Ποιοι μύθοι θα κυριαρχήσουν. Οι πόλεις είναι αγορές. Ότι πουλάνε γίνονται. Και τώρα η πόλις τείνει να γίνει πόλις Υπηρεσιών, Διοικήσεως και Παιδείας. Μάλλον ανήκει σε σας τους Πανεπιστημιακούς και σας ευχαριστώ που με ακούσατε.
_________



Το κείμενο του Βασίλη Λαδά, παρουσιάστηκε στο 11ο Συνέδριο της Ελληνικής Παιδαγωγικής Εταιρείας (ΠΕΕ) με θέμα «Βασική και συνεχιζόμενη εκπαίδευση των εκπαιδευτικών σε ένα σύνθετο και μεταβαλλόμενο περιβάλλον» που διεξήχθη στην Πάτρα Αρχαιολογικό Μουσείο Πατρών, σε συνεργασία με το Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Πατρών στις 23 Νοεμβρίου 2018.