Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

ΡΟΜΑΝΙ ΤΣΟΡΙΠΕ  -  ΤΣΙΓΓΑΝΙΚΗ ΦΤΩΧΕΙΑ
στις μέρες του κορονοϊού

 του ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ


Το πρωί της 23ης Μάρτη, ημέρα Δευτέρα, η  Κυριακή ξύπνησε  τα παιδιά της.  Παρά τον χειμωνιάτικο καιρό, έπρεπε να βγουν  στους δρόμους για δουλειά. Να μαζέψουν κάτι να φάνε και να αγοράσουν  καινούρια φιάλη που από χτες έχει αδειάσει.  Μετά τα παιδιά   προσπάθησε να ξυπνήσει  το Χρήστο, που διαμαρτυρήθηκε.
-Άσε, μωρή,  να κοιμηθώ.
-Ξύπνα τεμπέλη, παλιοκχαντινό.  Σήκω μπεκρούλιακα.
Ο Χρήστος δεν ήταν πάντα τεμπέλης. Παλιότερα είχε ένα μικρό φορτηγάκι datsun, και έκανε τον παλιατζή. Μάζευε παλιά σίδερα, χαρτόκουτα, χαλασμένες ηλεκτρικές συσκευές,  ό,τι έβρισκε. Τα  έδινε για ανακύκλωση και κάτι έβγαζε.  Τον τελευταίο χρόνο, όμως, το φορτηγάκι κατέρρευσε. Δεν κατάφερε να το επισκευάσει και το εγκατέλειψε. Από τότε πίνει λίγο παραπάνω.
Η  εγκυμονούσα  Κυριακή  αποτελεί την  κεφαλή της  οικογένειας. Η οικογένεια  αποτελείται από  τον άντρα της Χρήστο και 6 μικρά παιδιά από ενός έτους μέχρι την Κωνσταντίνα 10 χρονών. Η Κωνσταντίνα,  που βρίσκεται στα όρια παιδικής -  εφηβικής ηλικίας είναι η πολύτιμη βοηθός της στη φροντίδα  των μικρών  αλλά και στη ζητιανιά.
Το βράδυ της 22ας του Μάρτη η οικογένεια  κοιμήθηκε  σε μια αποθήκη στην γειτονιά τους την Αγυιά. Τους την παραχώρησε μετά από παρακάλια μια ηλικιωμένη κυρία που τους «γνώριζε».  Λυπήθηκε την  Κυριακή που είναι  έγκυος και μάλιστα  σε  προχωρημένη εγκυμοσύνη.
Όταν τα παιδιά σηκώθηκαν, η Κυριακή τα ένιψε  με λίγο νερό από ένα πλαστικό δοχείο και σήκωσε με τη βία το Χρήστο. Αυτή τη φορά του έριξε  κάμποσο νερό στο πρόσωπο, φωνάζοντας.
-Ξύπνα  κχαντινό, έι ματό - μπεκρούλιακα.
Όταν επί τέλους ο Χρήστος σηκώθηκε, έκρυψαν το μικρό νοικοκυριό τους, φόρτωσαν τα παιδιά  στο καροτσάκι και ξεκίνησαν.
Φυσούσε ένας κρύος  βοριάς που  τους  πάγωσε. Η Κυριακή σκέπασε τα μωρά όσο καλύτερα μπορούσε και έδωσε το σύνθημα να ταχύνουν το βήμα να ζεσταθούν. Η Κωνσταντίνα και τα τρία μεσαία άρχισαν να τρέχουν. Η Κυριακή ανησύχησε που έφυγαν μπροστά, μην πεταχτεί ξαφνικά  κανένα αυτοκίνητο.  Και τότε πρόσεξε πως οι δρόμοι ήταν σχεδόν έρημοι. Αλλά και η πλατεία όταν έφτασαν,  ήταν  σχεδόν άδεια.
-Τι τρέχει σήμερα, ρε Χρήστο; Γιατί τόση ερημιά;
-Είναι πρωί. Φαγώθηκες να μας ξυπνήσεις νωρίς, γκρίνιαξε αυτός. Η Κυριακή δεν μίλησε. Ξέρει ότι δεν είναι πρωί.  Κάτι άλλο συμβαίνει.
Όπως κάθε μέρα έστειλε τα τρία μεγαλύτερα στις γωνίες της πλατείες  και η οικογένεια στήθηκε υπομονετικά.  Όταν το μεσημέρι έγινε  ταμείο, η Κυριακή ίσα που δεν έκλαψε. Δεν είχαν μαζέψει ούτε δυο ευρώ. Ακόμη και η Κωνσταντίνα, που συνήθως μαζεύει  τα περισσότερα ήρθε με άδεια χέρια. Πώς θα φάνε; Πώς θα γεμίσουν τη φιάλη;
Ήταν η 23η του  Μάρτη 2020. Από τις 6 το πρωί είχαν επιβληθεί περιορισμοί   στην κυκλοφορία  σε ολόκληρη τη χώρα. Αλλά κανείς δεν είχε ενημερώσει για αυτό την Κυριακή.
Κατά το απόγευμα η Κυριακή κτύπησε το κουδούνι της κ. Ιωάννας και  μίλησαν στο θυροτηλέφωνο.
-Η Κυριακή είμαι.
-Τι κάνεις, βρε Κυριακή;
Η κυρία Ιωάννα τα τελευταία χρόνια φροντίζει και συμβουλεύει την οικογένεια.
-Μωρέ, κυρά Ιωάννα, γιατί είναι άδειοι οι δρόμοι;  Πού  χαθήκαν οι ανθρώποι;  Μην είναι φευγάτοι για τίποτα διακοπές;
-Α, δεν το ξέρεις; Είμαστε όλοι κλεισμένοι στα σπίτια μας.
-Γιατί, τι πάθατε;
-Κυκλοφορεί μια αρρώστια, ένας κορονοϊός. Πρέπει να αποφεύγουμε ο ένας τον άλλον να μην κολλήσουμε.
-Μέχρι πότε;
-Μέχρι… μέχρι οι γιατροί να βρουν το φάρμακο.
-Και πότε θα γίνει αυτό;
-Τι να σου πω. Μπορεί να πάρει και  δυο και τρεις μήνες.
-Μήνες; Οχού, και πώς θα ζήσουμε; Πάει χαθήκαμε.  Μωρέ κυρά Ιωάννα, σήμερα διακονιά όλη μέρα… τσοριπέ, τίποτα σου λέω.  Πεινάνε τα παιδιά.
-Καλά περίμενε κάτω. Θα βγω στο μπαλκόνι.
-Νάσαι καλά, ούτε η μάννα μου.
Η κυρία Ιωάννα βγήκε στο μπαλκόνι του 2ου ορόφου με  μια πλαστική  σακούλα. Με ένα χοντρό σπάγκο την κατέβασε, φωνάζοντας.
-Μέσα έχω  ένα σαπούνι. Να πλένετε  τα χέρια σας.
Η Κυριακή ρώτησε εκείνο που την ενδιέφερε.
-Πού μπορώ να διακονέψω, κυρά Ιωάννα; Πού λες να είναι οι ανθρώποι;
-Έξω από τα σούπερ μάρκετ. Και Παρασκευή  βράδυ - Κυριακή πρωί στις εκκλησίες. Να σε ρωτήσω, βρήκατε σπίτι;
-Σ’ ένα χαμοκέλι μείναμε το βράδυ.
-Να ψάξεις να βρεις σπίτι.
-Τώρα δεν γίνεται. Όταν   πάρουμε το επίδομα.
Η οικογένεια τα τελευταία χρόνια παίρνει ένα επίδομα πολυτέκνων 1200 ευρώ το τρίμηνο. Με αυτό το επίδομα άλλαξε η ζωή τους. Άφησαν τον καταυλισμό των Ρομά  και  από τότε ζουν σε σπίτι. Έχουν αλλάξει πολλά σπίτια. Στο τελευταίο,  έκαναν τη συμφωνία να δίνουν  900 το τρίμηνο.  Πριν ένα μήνα  που πληρώθηκαν,  η Κυριακή αποφάσισε να μην δώσει όλα τα νοίκια και να αγοράσει στα τρία μεγάλα παιδιά παπούτσια, ρούχα και σχολικά είδη. Την είχε απειλήσει η δασκάλα  πως  θα τα έδιωχνε από το σχολείο.  Και τα παιδιά έπρεπε να πηγαίνουν σχολείο  για να συνεχίσει  το επίδομα.  
Τα νοίκια δεν πληρώθηκαν. Η Κυριακή ξόδεψε κάποια παραπάνω,  άρπαξε και ο Χρήστος 400, ήθελε να επισκευάσει το φορτηγάκι, είπε. Ο  ιδιοκτήτης  αγρίεψε και έβγαλε από τον εισαγγελέα απόφαση έξωσης και τους έδιωξε.  Πρόλαβαν και πήραν μόνο τα απαραίτητα. Μερικές κουβέρτες και το μαγειρείο τους: το πετρογκάζ  με τη φιάλη, και κάτι κατσαρολικά που τα φόρτωσαν  σε ένα καροτσάκι. Σε ένα άλλο  φόρτωσαν τα δυο μικρά  που δεν περπατούν ακόμη καλά. Θα  νοικιάσουν νέο σπίτι  μετά από  δυο μήνες, όταν πληρωθεί το  νέο επίδομα.
  Την Παρασκευή 27 Μάρτη το βράδυ, η Κυριακή στήθηκε από νωρίς έξω από την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, με το μωρό στην αγκαλιά.  Έκανε κρύο και πάγωνε. Περπατούσε από γωνιά σε γωνιά να ζεσταθεί, περιμένοντας να ανοίξει η εκκλησία. Αλλά αυτή δεν άνοιξε.
Απελπισμένη  ξανακτύπησε το κουδούνι.
-Μωρέ κυρά Ιωάννα, η εκκλησία  είναι κλειστή.
-Δεν έχει χαιρετισμούς   φαίνεται.
-Την  Κυριακή θα ανοίξει;
-Δεν νομίζω.
-Και τι θα κάνω, πώς θα ζήσουμε;
-Κοίτα, Κυριακή, πρέπει να  αποφεύγετε τον κόσμο. Όλοι κινδυνεύουμε  από τον κορονοϊό. 
-Γι’ αυτό δεν κατεβαίνεις κάτω να μας μιλήσεις όπως παλιά;
-Γι αυτό. Να μένεις μέσα στο σπίτι περισσότερο,  να προστατέψεις τα παιδιά σου και το μωρό που θα γεννήσεις.
-Τι σπίτι, στο  δρόμο  είμαι.
-Όπου και να είσαι, μην το παίρνεις αψήφιστα. Να  φοβάσαι τον κορονοϊό.
-Εγώ την πείνα  φοβάμαι, κυρά Ιωάννα, όχι τον  κορονοϊό.
-Να πλένετε τα χέρια σας  με το σαπούνι.
-Πού; Σάμπως  έχω τρεχούμενο νερό;
-Στις βρύσες του δήμου. Όπου βρεις βρύση, να  πλένετε όλοι τα χέρια σας.
-Καλά, κυρά Ιωάννα.
Η  κυρία Ιωάννα αναλογίστηκε την κατάστασή της οικογένειας και έκανε μια πρόταση.
-Τι λες, δεν πατε στον ξενώνα αστέγων;  Εκεί θα μπορείς να πλένεις  τα παιδιά,  να πλυθείς και συ, στην κατάσταση που είσαι. Θέλεις να κάνω τηλεφώνημα;
Η  Κυριακή συμφώνησε. Έδειξε πως της  φάνηκε καλή ιδέα.
-Ναι, για κάνε το.
Επί τόπου η κυρία Ιωάννα πήρε τηλέφωνο τον αντιδήμαρχο. Του εξήγησε πως  έξι παιδιά  κοιμούνται στο δρόμο κι αυτός ανταποκρίθηκε, δίνοντας και τις σχετικές οδηγίες. 
-Κυριακή, ξεκίνα τώρα αμέσως. Είναι εκεί  ο κοινωνικός λειτουργός,  σε περιμένει.
Η Κυριακή πάγωσε.
-Κοινωνικός λειτουργός;
-Ναι, τι έπαθες;
-Κυρά Ιωάννα, τον φοβάμαι. Θα μου  πάρει τα παιδιά να τα πάει σε κανένα ίδρυμα. Αυτά τα παιδιά είναι όλη μου η ζωή. Αν μου τα πάρει, γιατί να ζω… Ίσα που δεν έκλαιγε. 
-Να τους πεις ότι έχεις βρει σπίτι και σε μια βδομάδα θα μπεις μέσα. Να με πάρει τηλέφωνο να το βεβαιώσω. Κατάλαβες;
-Καλά, θα δω.
Η Κυριακή δεν πήγε στον ξενώνα. Και η οικογένεια συνεχίζει να γυρίζει στους δρόμους.  Αυτό  δεν την πειράζει καθόλου.  Εκείνο που την στεναχωρεί   είναι πως οι ελάχιστοι άνθρωποι που κυκλοφορούν  αποφεύγουν και να τους κοιτάξουν.  Άσε που φορούν συνέχεια μάσκες.  Με αποτέλεσμα  η είσπραξη  κάθε μέρας να  είναι ένα τίποτα. Δεν φτάνει ούτε να φάνε Μέχρι τώρα δεν είχαν ζήσει τέτοια  φτώχεια. Η μόνη τους  ελπίδα τώρα είναι οι κάδοι των μεγάλων σούπερ μάρκετ. Εκεί  πετούν ληγμένα τρόφιμα και χαλασμένα φρούτα. Αλλά στους κάδους  τώρα  μαζεύονται πολλοί,  τσιγγάνοι και μετανάστες.
Ξανακτύπησε το κουδούνι.
-Κυρία Ιωάννα στεκόμουν έξω από το σούπερ μάρκετ και μου ζήτησαν χαρτί.  Μας βάλανε πρόστιμο 150 σε μένα και 150 στο Χρήστο. Τι πράματα είναι αυτά;
-Μην ανησυχείς, μωρέ Κυριακή, δεν πρόκειται να το πληρώσεις, της είπε να την καθησυχάσει.
-Άκουγα όλα τα χρόνια για  φτώχεια, φτώχεια. Αλλά  εμείς ποτέ δεν την καταλάβαμε. Τώρα  καταλαβαίνω τι θα πει ρομανί τσοριπέ.
-Πώς το είπες;
-Λέω, τι θα πει τσιγγάνικη φτώχεια.  Έχεις τίποτα;  Έχω τα παιδιά νηστικά.
Η μικρή Κωνσταντίνα το βράδυ φρόντισε να βάλει τα αδέρφια της για ύπνο. Η μάννα της  βρίσκεται στο νοσοκομείο να γεννήσει. Ευτυχώς είχε φροντίσει και δεν τους άφησε στο δρόμο, τους βρήκε  ένα  παλιό σπίτι. Είναι χωρίς ρεύμα και χωρίς νερό, αλλά είναι σπίτι.
Σκέφτεται τη μάννα της που αύριο μεθαύριο θα επιστρέψει με το νέο μωρό.  Το περιμένει πως και πως. Νοιώθει να πλημμυρίζει από  χαρά  που θα έχουν μαζί τους  ένα μικρό, μικρούλικο μωράκι, σαν παιχνίδι. Η μάννα της θα το βυζαίνει, και αυτή μετά θα το παίρνει αγκαλιά να το νανουρίζει.  Ανησυχεί, όμως, γιατί άκουσε μερικά πράγματα που δεν της αρέσουν.
Μια μέρα  άκουσε τη μάνα της  να λέει στην κυρία Ιωάννα.
-Το θες, μωρέ κυρά Ιωάννα, να στο χαρίσω; Δεν θα τα καταφέρω.
Δεν άκουσε τι απάντησε η κυρά Ιωάννα, αλλά από μέσα της  ευχήθηκε να μην το θέλει.  
Ούτε ο πατέρας   συμφωνεί με κάτι τέτοιο. Τον  άκουσε μια νύχτα να λέει στη μάνα της.
-Μην το χαρίσεις. Ένας Αφγανός μου ζήτησε  να το γράψει στο όνομά του, να πάρει χαρτιά. Πληρώνει μέχρι και και 500.
Και η μάννα της  είπε.
-Αυτός θα θέλει να του δώκουμε όνομα αφγανικό: Ιμπραήμ, Αλή και τέτοια. Εγώ θέλω να του δώκουμε χριστιανικό. Αν δέχεται χριστιανικό, να το κουβεντιάσουμε.
Η Κωνσταντίνα καταλαβαίνει τι σημαίνει να το χαρίσει στην κυρά Ιωάννα. Αλλά να το γράψει στον Αφγανό δεν το καταλαβαίνει. Και ό,τι δεν καταλαβαίνει τη φοβίζει. Αν το γράψουν στον Αφγανό και το πούνε Ιμπραήμ, θα μιλάει και αφγανικά. Τότε τι μωρό δικό  τους θάναι;  Όπως τα σκέφτεται καταλήγει  πως είναι καλύτερο να το χαρίσει στην κυρία, παρά να το γράψει στον Αφγανό. Αν δεχτεί η κυρία, θα μπορεί κι αυτή να μπαίνει ελεύθερα στο  σπίτι της. Τι  μεγάλη αδελφή του θα είναι;  Όχι σαν τώρα που η κυρία τους κάνει την καλή, αλλά δεν τους αφήνει να περάσουν την πόρτα της.
Ένα ροχαλητό του πατέρα της την επανέφερε στην πραγματικότητα. Τον είδε να   κοιμάται βαριά και σκέφτηκε  πως πρέπει να είναι  μεθυσμένος από το κρασί. Δεν ανησυχεί. Όταν ξυπνήσει  θάναι μια χαρά.
Η Κωνσταντίνα ξέρει  πως πρέπει να φροντίσει  την οικογένεια. Τα παιδιά πεινάνε.  Και η ίδια δεν αισθάνεται καλά, χτες το βράδυ δεν έφαγαν τίποτα.
Δεν τη φοβίζει η ζητιανιά. Όταν η μάνα της δεν είναι καλά  ή  κάποιο από τα αδέλφια της είναι άρρωστο και το πηγαίνει στο νοσοκομείο,  βγαίνει  μόνη της. Εκεί γύρω, στη  γειτονιά της, την Αγυιά. Έτσι και σήμερα ετοιμάζεται. Σκέφτεται να πάρει μαζί της και  το καροτσάκι  με το μωρό. Με το μωρό  θα πάει  καλύτερα η δουλειά. 
Δεν φοβάται που θα γυρίζει  μόνη της στους δρόμους. Απ’ εναντίας της αρέσει. Είναι μια ευκαιρία να μιλάει με  ανθρώπους, να τους κάνει σκέρτσα και χορευτικές φιγούρες  και να τους  καταφέρνει να της δίνουν κάτι.
Εκείνο που  φοβάται η  μικρή «Εσμεράλδα της Αγυιάς»  είναι  κάτι άλλο. Κάποιοι, για να της δώσουν κάτι, την τσιμπάνε  στα μικρά της στήθη  και την πονάνε. Έτσι έγινε την προηγούμενη φορά. Όταν το είπε στη μάννα της αυτή γέλασε.
-Ε, δεν έγινε και τίποτα. Αύριο  θα γίνεις γυναίκα και όλο και κάποιος θα στα πιλατεύει.
-Μα γιατί; απόρησε η Κωνσταντίνα.
-Ο Θεός γιατί μας δίνει  βυζιά νομίζεις; Μόνο για να βυζαίνουμε  τα μωρά;  Άντε πήγαινε τώρα και μη φοβάσαι.
Η Κωνσταντίνα πήρε το καροτσάκι με το μωρό και βγήκε στο δρόμο. Είναι αισιόδοξη. Ξέρει ότι οι λίγοι άνθρωποι  που θα συναντήσει  κάτι θα  δώσουν. Έχει τον τρόπο της και θα τους καταφέρει. Έστω  ένα δεκάλεπτο. Αν είναι τυχερή, θα βρεθούν και κάποιοι να δώσουν και ένα  ευρώ. Θα μαζέψει σίγουρα μέχρι το μεσημέρι πέντε έξι ευρώ, μπορεί και παραπάνω. Θα ψωνίσει ψωμί, ντομάτες και κάμποσες  φέτες τυρί να φάνε. Αν μαζέψει περισσότερα, θα αγοράσει και μια μπουκάλα κρασί. Να  την κάνει δώρο στον  πατέρα της.

Κυριακή 12 Απριλίου 2020


Για το ρόλο της τέχνης |στην εποχή του κορονοϊού|
πρώτη δημοσίευση  στην «Εποχή»

του Τριαντάφυλλου Η. Κωτόπουλου




Η τέχνη είναι ένα κάποιο καταφύγιο. Όχι το μοναδικό. Από τη λογική της αλτουσεριανής «έγκλησης» μέχρι το σημερινό, σχεδόν παγκόσμιο, «οικειοθελή εγκλεισμό», η τέχνη επιχειρεί να μας προστατέψει, ως ένα βαθμό, από τον αρχέγονο τρόμο. Να εναντιωθεί στο κενό. Στην περίπτωση της «έγκλησης» ο άνθρωπος σχεδόν πείθεται πως είναι μια ελεύθερη πνευματικά οντότητα και δεν αντιλαμβάνεται τον όποιο έλεγχο των κοινωνικών δομών τού ασκείται. Στην περίπτωση του «εγκλεισμού» ο καθένας μας προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του πως συνειδητά και θελημένα πειθαρχεί στις κρατικές επιβολές.
Οι λογοτεχνικές και ευρύτερα καλλιτεχνικές δυστοπικές αναπαραστάσεις και περιγραφές ωχριούν μπροστά στη βιωματική μετά-ανάλυση του covid19 στο 2020∙ το έτος της αριστείας κατά πολλούς. Ερμηνευτές, συνωμοσιολόγοι, γιατροί, νοσηλευτές, πρόσφυγες, άστεγοι, άνεργοι της τελευταίας στιγμής, όλοι μας πρωταγωνιστές σε πραγματικές δυστοπικές κοινωνίες.
Ο ποιητικός λόγος τον οποίο υπηρετώ από μικρό παιδί είναι το δικό μου καταφύγιο.
Ως ακαδημαϊκός δάσκαλος διαβάζω, διορθώνω, γράφω, παραδίδω μαθήματα. Ως ποιητής απολαμβάνω την ανάγνωση και τη γραφή σαν να ήταν το πρώτο μου ατέλειωτο φιλί μαζί τους. Είμαι πιο ήρεμος. Επιδιώκω αφενός τη θυμοσοφία αφετέρου τη διατύπωση με μεγαλύτερη ενάργεια του συναισθήματός μου. Όπως μας δίδαξαν ο Καβάφης και ο ποιητής Μπόρχες, δηλαδή. Με έναν ειδικό τρόπο χρήση της διάνοιας. Καμία διάθεση να αναδείξω ή να στηλιτεύσω τις ακραίες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που δημιουργούνται εν βρασμώ, επικαιρικά.
Στο μεταξύ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αρκετοί «καλλιτέχνες» βαυκαλίζονται πως η δική τους τέχνη καθαγιάζει τις μέρες και τις νύχτες μας. Στις δε μεταξύ τους συνομιλίες θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον να δοκιμάσουμε ένα τροποποιημένο «Μπέκντελ» τεστ (Bechdel test) που να εξετάζει κατά πόσο στις κουβέντες τους αυτές δεν τονίζεται τουλάχιστον μία φορά η σπουδαία συμβολή της δουλειάς ή της πρότασής τους για τη δική μας ψυχική υγεία…
Από την «έγκληση» λοιπόν στον «εγκλεισμό» ή, για να σοβαρολογούμε, στο σπίτι –γιατί εγκλεισμό βιώνουν οι ανάπηροι συμπολίτες μας και οι κάθε είδους έγκλειστοι σε ιδρύματα– συνιστάται η ποικιλότροπη επαφή μας με την αυθεντική τέχνη.

Όχι κ. Φραμπέτι, η κόλαση δεν είναι μια βιβλιοθήκη, ούτε καν σπιτική, αλλά ναι, επιτρέψτε μου να σας παραφράσω, η δική μου κόλαση θα ήταν μια βιβλιοθήκη χωρίς καμία ποιητική συλλογή.
_____
Ο Τριαντάφυλλος Η. Κωτόπουλος είναι ποιητής και αναπληρωτής καθηγητής Δημιουργικής Γραφής και Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Μακεδονίας


 ‘ΝΑ ΧΕΡΙ ΝΙΒΕΙ Τ’ ΑΛΛΟ …


[συνέχεια ]

Όσο διαρκεί ο αντισυνταγματικός εγκλεισμός μας στο σπίτι (οι άστεγοι και οι σκηνίτες  εξαιρούνται φαντάζομαι), θα κάνουμε συντροφιά με ένα βραδινό σημείωμα στην αορτή.

του ΓΙΑΝΝΗ ΖΑΡΚΑΔΗ



Ημέρα εικοστή (11ΑΠΡ20)

Σήμερα “έφυγε” από τη ζωή ο Περικλής Κοροβέσης (1941-2020), ένας πολίτης του κόσμου και της αντίστασης. Το 1969, εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, τους "Ανθρωποφύλακες" ένα γραπτό μνημείο καταγγελίας κάθε δικτατορικού καθεστώτος.
ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Δεν υπάρχει κελί που να μην τρυπιέται.
Δεν υπάρχει φυλακή που δεν μπορείς να δραπετεύσεις.
Δεν υπάρχει σκλαβιά που να εμποδίζει την ελευθερία σου.
Όλα είναι στο κεφάλι σου.
Σπάσ' το και πέτα.
Ο ουρανός είναι απέραντος.
Υπάρχει μια γωνιά που σε περιμένει∙
βρες την.

Περικλής Κοροβέσης

«Η ύψιστη επαναστατική αρετή σήμερα είναι να είσαι πολίτης.
Και είναι ο πιο αποτελεσματικός φραγμός σε κάθε αυθαιρεσία».
Περικλής Κοροβέσης

ΥΓ Σήμερα “έφυγε” από τη ζωή ο Περικλής Κοροβέσης

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

ΤΟ ‘ΝΑ ΧΕΡΙ ΝΙΒΕΙ Τ’ ΑΛΛΟ …


[συνέχεια ]

Όσο διαρκεί ο αντισυνταγματικός εγκλεισμός μας στο σπίτι (οι άστεγοι και οι σκηνίτες  εξαιρούνται φαντάζομαι), θα κάνουμε συντροφιά με ένα βραδινό σημείωμα στην αορτή.

του ΓΙΑΝΝΗ ΖΑΡΚΑΔΗ

pic.:  Laura Makabresku
Ημέρα δεκάτη ενάτη (10ΑΠΡ20)
Βγαίνοντας από αυτή τη κρίση, ένα παγκόσμιο αίτημα από ένα παγκόσμιο κίνημα, θα μπορούσε να συνοψιστεί, στην ανακατανομή του παγκόσμιου πλούτου με αποκλειστική έμφαση στην ανθρώπινη ευημερία μέσα σ’ ένα υγιές φυσικό περιβάλλον. Οι βαθύτερες αιτίες της κρίσης αυτής, της μεγαλύτερης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν είναι δύσκολο να αναλυθούν. Πιο παθογόνες από τον ιό, είναι οι πολιτικές του ανεξέλεγκτου παγκόσμιου κεφαλαίου. Οι πολιτικές, των δομών και των δυνάμεων που το στηρίζουν ενάντια στον κόσμο της εργασίας. Στον αντίποδα ακριβώς της ρύσης του Πρωταγόρα (περίπου 490 π.Χ. – 420 π.Χ.) «Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος».
Η 4η Βιομηχανική-Τεχνολογική Επανάσταση που εξελίσσεται από τις αρχές του 21ου αιώνα, βασίζεται πάνω στην ψηφιακή, στους αλγόριθμους, στο Διαδίκτυο των Πραγμάτων, στα Μεγάλα Δεδομένα, στην ανάλυσή τους σε πραγματικό χρόνο. Ενοποιεί όλες τις τεχνολογίες, ρομποτική, τεχνητή νοημοσύνη, γενετική, βιοτεχνολογία, μοριακή βιολογία, νανοτεχνολογία, τρισδιάστατη εκτύπωση, κάνοντας δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα σε φυσικό-βιολογικό και ψηφιακό. Αλλά το κυριότερο, προσφέρει πλέον την μοναδική δυνατότητα, σε όλη την πορεία εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, όλα τα άτομά του (και μιλάμε για 6 δις) να έχουν μια ζωή που αξίζουν, σε ένα φυσικό περιβάλλον, του οποίου μέρος  αποτελούν. Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει ν’ αλλάξουν πολλά, και πρώτα πρώτα οι μορφές δημοκρατίας και συμμετοχής, ο λαϊκός έλεγχος και η λογοδοσία. Οι λαοί να γίνουν πρωταγωνιστές.

Σπίτι μένουμε, άνθρωποι μένουμε, πολίτες/σες μένουμε και περιμένουμε

ΥΓ. Η “αορτή”, δεν μπορεί παρά να εκτινάσσει το αίμα από την καρδιά, σε όλο το σώμα. Αλλιώς, ανθρώπινη ζωή δεν νοείται. Αυτό είναι το καθήκον της. Ιδιαίτερα σήμερα. Τώρα, αν το αίμα «θέλει» να κυκλοφορεί, μπορεί να στέλνει SMS στη Γενική Γραμματεία «Πολιτικής Προστασίας».

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020


ΤΟ ‘ΝΑ ΧΕΡΙ ΝΙΒΕΙ Τ’ ΑΛΛΟ …


[συνέχεια ]

Όσο διαρκεί ο αντισυνταγματικός εγκλεισμός μας στο σπίτι (οι άστεγοι και οι σκηνίτες  εξαιρούνται φαντάζομαι), θα κάνουμε συντροφιά με ένα βραδινό σημείωμα στην αορτή.

του ΓΙΑΝΝΗ ΖΑΡΚΑΔΗ

pic : Laura Makabreskou

Ημέρα δεκάτη ογδόη (09ΑΠΡ20)
Οι επιστήμονες, γεωλόγοι και σεισμολόγοι μιλάνε για μια μοναδική εμπειρία. Αυτές τις μέρες, ακούνε και συλλαμβάνουνε τα όργανά τους, την «αναπνοή» της γης, όπως δεν την έχουν ακούσει εδώ και πολλές δεκαετίες. Αν ανοίξουμε το παράθυρό μας, αν στη βόλτα μας αγναντέψουμε, θα ακούσουμε κι εμείς την Άνοιξη που έρχεται, και δεν μένει σπίτι. Αλλά κυκλοφορεί εκκωφαντικά, και μέσα στην απίστευτη ησυχία των ημερών, ξεδιπλώνει τα σεντούκια της. Γεμάτα χρώματα κι αρώματα.
Έξω στον κήπο, η βερικοκιά δένει καρπούς, τα ξινά λουλουδιάζουν, κι οι μέλισσες από το πρωί σε επισκέψεις. Πιο πέρα στον Χάραδρο και Σέλεμνο, οι κουτσουπιές στα μωβ,  ανεβαίνουν τις όχθες και την κοίτη τους για το Παναχαϊκό. Οι κρόκοι ανοίγουν στο Πρασούδι και καθώς ξεμυτίζουν απ΄το χιόνι, βάφουνε τ’ οροπέδιο.

Σπίτι μένουμε, άνθρωποι μένουμε, πολίτες/σες μένουμε και περιμένουμε
ΥΓ. Χοσέ Μουχίκα, ο αγρότης και πρώην Πρόεδρος της Ουρουγουάης, σε διαδικτυακή συνέντευξη που έδωσε στον δημοσιογράφο Τζορντί Έβολε, είπε μεταξύ άλλων.…«Δεν είμαστε σε πόλεμο, αυτή είναι μια πρόκληση που η βιολογία και η Γη θέτουν για να μας υπενθυμίσουν ότι δεν είμαστε οι απόλυτοι ιδιοκτήτες του κόσμου, ακόμα κι αν έτσι νομίζουμε. Αυτή η σοβαρή κρίση μπορεί να μας υπενθυμίσει ότι τα παγκόσμια προβλήματα είναι επίσης τα προβλήματά μας”....“Αλλά μη γελιόμαστε, δεν πρόκειται για ένα οικολογικό πρόβλημα, αλλά για πολιτικό. Ο άνθρωπος δεν είχε ποτέ τόσο πολλούς πόρους, ικανότητες και κεφάλαιο για να σταματήσει αυτά τα φαινόμενα καταστροφής του πλανήτη. Οδεύουμε προς ένα “οικολογικό ολοκαύτωμα” και προετοιμάζουμε ένα γιγαντιαίο τηγάνι για να ψηθούμε”.




Μικρή δοκιμή πάνω στο “Λεύκωμα” του Βασίλη Λαδά


της Άννας Αφεντουλίδου

| πρώτη δημοσίευση Περιοδικό ο Αναγνώστης |*


«εικόνες αγαπημένες της ζωής/απροστάτευτες στους τοίχους» 


 Ο Βασίλης Λαδάς εμφανίστηκε στην ελληνική λογοτεχνία το 1972 με την ποιητική συλλογή Ο Γιάννης και η Μαρία[2] κι από τότε έχει εκδώσει 10 ποιητικά βιβλία[3] και 7 πεζά. Η τελευταία του συλλογή με τίτλο Λεύκωμα(2020) συμπληρώνει θαρρώ μια ποιητική γραμμή που ξεκίνησε το 2004 με το βιβλίο Απόκρεω[4] και συνεχίστηκε το 2011 με τα Δείπνα.[5] Στο Απόκρεω, τίτλος που παρέπεμπε στην «α-κρεοφαγία», όπως αναφέρεται σε συνέντευξή του στην Ελευθεροτυπία[6], εντόπιζε κανείς περισσότερους «αυτοαναφορικούς συμβολισμούς και μεταφορές». Στα Δείπνα υπήρχε «και πάλι η βρώσις και η πόσις με μία διαφορά […] είχε κατά νου την ποίηση των ιδεών και τα επιγράμματα», λέει ο ίδιος, για να καταλήξει: «Πώς αλλιώς να αντιμετωπίσω τους βομβαρδισμούς των τηλεοπτικών εκπομπών με γκουρμέ συνταγές, σε μια εποχή που η ιερότητα του δείπνου έχει χαθεί και πολλαπλασιάζονται οι θάνατοι από δίψα και πείνα». Επομένως στα Δείπνα (η λέξη συνδέεται ετυμολογικά με το ρήμα δαίω που σημαίνει ισομοιράζω), ο Βασίλης Λαδάς εστιάζει στην τελετουργία εκείνη του φαγητού, που προβλέπει να μοιραζόμαστε το ίδιο τραπέζι την ώρα του δειλινού, τη μεταιχμιακή ώρα ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, όπου αναζητούμε τη σχέση και την επαφή με τον άλλον και περιμένουμε να συγκεντρωθούμε όλοι μαζί, για να μοιραστούμε το φαγητό «σε ίσες μερίδες», όπως αναφέρει ο ποιητής. Βασικός άξονας αναφοράς, επομένως, στα βιβλία του αυτά είναι, με αφορμή το φαγητό ως μέσο κάλυψης των αναγκών αλλά και ως μέσο άντλησης προσωπικής ευχαρίστησης, οι ανθρώπινες σχέσεις. Γιατί η ποίηση του Βασίλη Λαδά, όπως και η πεζογραφία του, έχει έντονο κοινωνικό χαρακτήρα, αφουγκράζεται με ευαισθησία και σεβασμό, χωρίς δραματικές εξάρσεις ή μεγαλοστομία, το «πανάρχαιο έπος των ανωνύμων», όπως το ονομάζει ο ίδιος σε συνέντευξή του στο Βήμα.[7] Θυμίζω ότι το μυθιστόρημά του Παιχνίδια Κρίκετ, το οποίο ήταν στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος του 2013, τιμήθηκε με το «Ειδικό Κρατικό Βραβείο βιβλίου που προάγει σημαντικά τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα» του ίδιου χρόνου.
Στα πεζογραφικά του έργα τον κύριο θεματικό άξονα συγκροτούν οι δύσκολες ανθρώπινες σχέσεις, όπως διαμορφώνονται σήμερα, κάτω από τα νέα δεδομένα της μετανάστευσης, της πολυπολιτισμικότητας και του ανοιχτού πεδίου, στη σύγχρονη πόλη της Πάτρας, γενέτειρα του συγγραφέα· σχέσεις που συναντούμε σε κάθε μεγαλούπολη της σημερινής Ελλάδας και γενικότερα του δυτικού κόσμου, οι οποίες μεταλλάσσονται σε τόπο συνάντησης του οικείου και του αλλότριου, του δικού μας και του ξένου· στη σύγχρονη εκδοχή μιας παγκόσμιας κοινότητας, όπου συνεχώς συναντούμε εκείνον που γνωρίζουμε αλλά και εκείνον που αγνοούμε, εκείνον που περιμέναμε αλλά και εκείνον που απροσδόκητα ήρθε. Λέει σχετικά ο ίδιος: «Με ενδιαφέρουν η μετανάστευση ως πανάρχαιο έπος των ανωνύμων, η οικονομική εκμετάλλευση αυτού του γεγονότος από τους παράνομους μηχανισμούς και τη νόμιμη εξουσία, καθώς και η σύγκρουση μεταξύ ντόπιων και μεταναστών. Τα «Παιχνίδια κρίκετ» στηρίζονται σε πολλά πραγματικά γεγονότα αλλά το δράμα είναι επινοημένο. Με ενδιέφεραν οι χαρακτήρες, ο ρόλος του τυχαίου, πώς στη μυθοπλασία το πραγματικό γίνεται φανταστικό αναδεικνύοντας τις παραδοξότητες του πραγματολογικού υλικού».[8]
Στο τελευταίο ποιητικό βιβλίο του με τίτλο Λεύκωμα χτυπά ξανά ο σφυγμός του ίδιου πυρηνικού θέματος των σχέσεων, αν και κατά τι μετατοπισμένος. Πρόκειται για μια συλλογή που συγκροτείται από πορτρέτα κοριτσιών και νέων γυναικών, αλλά και από εικόνες της σύγχρονης πόλης· αποτελεί επομένως ένα σημείο σύγκλισης και πάλι του ατομικού και του συλλογικού, ένα σημείο όπου συναντώνται η ατομική με τη συλλογική συνείδηση. Με άλλα λόγια η μετατόπιση εντοπίζεται στον οριζόντιο άξονα της θεματογραφικής παραλλαγής και όχι στην κάθετο μιας δραστικής θεματικής αλλαγής· δηλαδή ενώ μετατοπίζεται από τη διαδικασία (π.χ. Δείπνα) στα πρόσωπα, εστιάζοντας περισσότερο σε θηλυκές προσωπογραφίες («Το Κορίτσι του σούπερ μάρκετ», «Το κορίτσι που φοβόταν», «Κάτια», «Η διάφανη», «Πνέουσα» κ.α.) το επίκεντρο κατ’ ουσίαν παραμένει το ίδιο. Ειδικότερα.
Το Λεύκωμα χωρίζεται σε τρία άνισα μέρη φαινομενικά ανόμοια. Ωστόσο η συλλογή συντίθεται στο κοινό πεδίο δύο ομόκεντρων κύκλων: του ατομικού μύθου/της συλλογικής παραμυθίας, της προσωπικής ιστορίας/του κοινωνικού βιώματος.
«Η Βασίλισσα του Πόνου»
Καθόσουν πάνω στη βαλίτσα κι έμοιαζες αποσκευή.
Ένιωθα γυμνός ανάμεσα στο πλήθος και ντρεπόμουν.
Το τρένο που ταξίδεψες και δεν επέστρεψες
είναι ζωγραφισμένο σε τετράδιο κι ακούω το βουητό του.
Εσύ ήσουν η Βασίλισσα του Πόνου στην τάξη
κι εγώ με δεμένα μάτια σ’ έψαχνα στην «τυφλόμυγα». […] (σ.11)

Τα κοριτσίστικα αυτά πρόσωπα που απασχολούν τα ποιήματα της συλλογής είναι γειωμένα στην πραγματικότητα και έχουν πρόδηλες πραγματολογικές βάσεις. Παρολαυτά η μια πλευρά τους βρίσκεται στη φαντασιακή διάσταση του ονείρου, σε έναν μεταφυσικό χώρο όπου συνομιλούν με την απραγματοποίητη επιθυμία, τη νοσταλγία μιας παρελθοντικής μνήμης που ξεχάστηκε στο περιθώριο της καθημερινότητας, με τη γλυκόπικρη θλίψη για τα χρόνια που έφυγαν, για όσα περιμέναμε και δεν ήρθαν, για όσα κυνηγήσαμε και χάθηκαν για πάντα. Κι ενώ φαίνεται να κεντρώνεται σε ένα ατομικό πεδίο, δεν περιορίζεται στον προσωπικό χωροχρόνο, αλλά εξακτινώνεται με τρόπον ώστε η θηλυκή φιγούρα να γίνεται η αλληγορία της αθωότητας που χάνεται, η παιδική ηλικία που δεν ξαναγυρίζει, το κοινωνικό όραμα που άρχισε να ξεθωριάζει, η πορεία μιας πόλης ολόκληρης προς την παρακμή και την πτώση.
«Η Πτώση»
I.
Έσεισες το σώμα μου σαν σεισμός
όταν βγήκες γυμνή από τον ύπνο.
Έλυσες τα μαλλιά σου πλάι στο παράθυρο
κι ένας γκρεμός σε τράβηξε κάτω. […](σ.37)
VI.
[…] Θα γεμίσουν τη θάλασσά μας πνιγμένους
την παραλία απόβλητα και ποντίκια.
Αλλά εμείς αγαπάμε την Ελλάδα με τα σκουπίδια της
με τις χαμένες μάχες που έρχονται.
Ερωτευόμαστε πάντα ερωτευόμαστε
πεινάμε διψάμε και ερωτευόμαστε.
Ακόμη και στον δρόμο χωρίς γυρισμό
πίνουμε φάρμακα και ερωτευόμαστε.

Ησυχία λοιπόν συμπολίτες
Η πτώση αρχίζει. (σ.42)

Το Λεύκωμα περιλαμβάνει εικόνες προσώπων και γεγονότων που σημαδεύουν τη ζωή μας, που αποτελούν τα στοιχεία εκείνα των αναμνήσεων που, θέλοντας και μη, αφήνουμε πίσω μας, αυτά που θέλουμε να διασώσουμε από τη σκόνη του χρόνου αλλά και τα άλλα που ανίσχυροι τα βλέπουμε να καρφώνονται στη μνήμη μας και να μας τυραννούν. Και τότε έρχεται η ποιητική τους εκδραμάτιση για να μας σώσει, προσφέροντάς μας το ενδεχόμενο  να μεταστρέψουμε την πικρή επίγευση σε μια παραμυθητική αλληγορία.
«Πνέουσα»
Με το που καταλάγιαζαν τα ουρλιαχτά της πόλης
ερχόσουν να με φοβίσεις με τις ιστορίες των λύκων.
[…]
Αγρίευες και χόρευες πάνω στο κρεβάτι μας
έπεφτες με δύναμη στο σώμα μου να το λιώσεις.

Εξαφανιζόσουν ύστερα μέσα στον καθρέφτη
στο δωμάτιό μας που μεγάλωνε σαν τύμβος.

Σαν τύμβος από τις πέτρες που στοίβαζες
να πέσουν στον ύπνο μου να με βουλιάξουν.[…] (σ.18)

Αφουγκραζόμαστε τον ποιητή να ψιθυρίζει με χαμηλό τόνο και χωρίς διδακτισμό πως η ποιητική συγκίνηση οφείλει να αρδεύεται και να μνημειώνει όχι μόνο το ηρωικό ή/και ένδοξο (ενδιαφέρων ο «λοξός» τρόπος με τον οποίον αναφέρεται στο Σολωμό και τον Καβάφη στα ποιήματα «Μανία με τον Καβάφη» και «Του Διονυσίου Σολωμού»), αλλά και το ταπεινό, την άδοξη ανθρώπινη συνθήκη, κάθε τι που το κοινό αίσθημα μπορεί να απαξιώνει ή να υποτιμά.

«Νυχτερινό έντομο»
Φωτεινό νυχτερινό έντομο
δικό σου το μικρό σπίτι τις νύχτες […]
με φως και βουητό συνομιλείς με τους ήχους
δυναμώνει το φως σου στα βογκητά του έρωτα […]
παγώνει την ώρα που πνίγεται η σιωπή
και τα χείλη σου αφήνουν βουητό κινδύνου.
Κι όταν ακούς τις κλειδώσεις της νύχτας
να τρίζουν κουρασμένες στις σκάλες των σπιτιών
έρχεται η δική σου ώρα να κοιμηθείς
να προστατέψεις στον ύπνο φως και βουητό. […] (σ.12)

Τα ποιήματα κεντράρουν μεν σε θηλυκές περσόνες, αλλά αναφέρονται γενικότερα σε όντα που βασανίζουν και βασανίζονται από αισθήματα και αγωνίες, συνομιλούν με τις πολιτισμικές συμβάσεις, αλλά απηχούν και παραμυθικές σχέσεις, δηλαδή μας ταξιδεύουν, παρόλο το συγχρονικό τους αποτύπωμα, σε μια διαχρονική αθωότητα. Ο ελεγειακός τόνος προκύπτει από την απώλεια κυρίως της νεανικής αυταπάτης ότι προλαβαίνουμε ακόμα να ζήσουμε και να χαρούμε, ότι μπορούμε να κάνουμε πραγματικότητα ό, τι ονειρευτήκαμε. Μια αλληγορική τέτοιου τύπου διάσταση ενυπάρχει μέσα στην ίδια τη φευγαλέα και ονειρική κοριτσίστικη φιγούρα, που είναι σαν ένα όνειρο, μια ψυχική ενέργεια, μια οπτασία, κάτι άπιαστο που συνεχώς μας διαφεύγει, όπως ο ορίζοντας που όσο και να ταξιδεύουμε συνεχώς απομακρύνεται.
«Η διάφανη»
Όπως η αδικοπνιγμένη στη λίμνη από φθόνο
Αναδύεται μόλις την τραβήξει πάνω το φεγγαρόφωτο
Όπως η πεταμένη σε βαθιά σπηλιά ν’ αργοσαπίσει
ανασταίνεται μόλις ακούσει το τραγούδι του εραστή
έτσι κι η αδικοσκοτωμένη με τη μοτοσικλέτα της
διαρρηγνύει την άσφαλτο και πετάγεται από το χώμα
Να τρέξει στις σφυρίχτρες και στις καραμούζες της αποκριάς. [..] (σ.17)

Ανθρώπινα πρόσωπα καθημερινά που βλέπουν τα όνειρά τους να εγκλωβίζονται στη σαρκοβόρα παγίδα ενός συστήματος που στήνει τους κανόνες και τα πλαίσιά του ερήμην μας· άνθρωποι ταλαιπωρημένοι που προσπαθούν να υψώσουν τη σημαία της προσωπικής τους εξέγερσης έχοντας την ψευδαίσθηση ότι ίσως μπορέσουν να ευτυχήσουν.
«Αλλαγή σκηνικού»
Στον απόμακρο δρόμο με τα παλιά σπίτια που τον σκοτώσαν
την άλλη μέρα έφυγε κιόλας η μυρωδιά του πτώματος.
Πλήθος μαζεύονταν κι εναπόθεταν λουλούδια
άναβαν κεριά αρωματικά έφερναν ενθυμήματα,
όπως συμβαίνει πάντα σε άδικους σκοτωμούς
να’ ρχεται η ζωή να τραφεί στο σημείο του θανάτου. […] (σ.15)

Στο Λεύκωμα αποτυπώνεται με έναν υποδόρια σπαρακτικό τρόπο η προσπάθεια να συνταιριαστεί η αναπαράσταση του ρεαλιστικού κόσμου μιας σκληρής καθημερινότητας με την ποιητική προσδοκία μιας αναπαράστασης του κόσμου των παιδικών μας προσδοκιών και ονείρων∙ έναν κόσμο που ορίζεται από την ανάγκη να πολεμήσουμε τον φόβο του θανάτου και να βιώσουμε το ερωτικό πάθος ως το αλχημικό φίλτρο μιας αναγεννώμενης νεότητας. Και ο κόσμος αυτός δεν είναι άλλος παρά εκείνος της γνήσιας ποιητικής φαντασίας· είτε ο αμφίρροπος ζυγός της γέρνει προς την πραγμάτωση είτε προς την ματαίωση, είτε ο ορίζοντάς της είναι ο ανοιχτός της ελπίδας είτε ο κλειστός μιας πολλαπλής ακύρωσης.
«Πορτοκαλιές»
[…] Πρέπει να βρέξει πολύ και για μέρες
να βρω την άγνωστη χώρα.
Πρέπει να βρέξει πολύ και για μέρες
να συναντήσω το κορίτσι στην άγνωστη χώρα. […] (σ.14)

Τα ποιητικά κείμενα του βιβλίου έχουν έντονα τα γνωρίσματα μιας αφηγηματικότητας χαμηλού τόνου, μια που οι ιστορίες οι οποίες φιλτράρονται μέσα από τον ποιητικό λόγο είναι διηγήσεις περιστατικών, τα οποία συστήνουν τον σύγχρονο κόσμο μας. Εξάλλου το πλείστον αναφέρονται στους «απλούς ανθρώπους» της διπλανής πόρτας, σε βίους ελάσσονες που απαρτίζουν όμως την τοιχογραφία της εποχής μας, σε γεγονότα που βλέπουμε γύρω μας καθημερινά: τη μετανάστευση, την οικονομική κρίση, την αδικία, την ανάγκη διαμαρτυρίας, την επανάπαυση ή την αγανάκτηση.
Μ’ αυτόν τον τρόπο σχηματίζεται η αίσθηση ότι μπροστά στο ζέον παροντικό βίωμα ο ποιητικός λόγος αναζητά νέους δρόμους χωνεύοντας την ιστορία μέσα στον καημό, γυρεύοντας το ζύγιασμα της καλοσύνης, δηλαδή της δικαιοσύνης, που το λογοτεχνικό θεώρημα του Βασίλη Λαδά πρεσβεύει εντατικά και αδιαπραγμάτευτα, με χαμηλόφωνο τόνο και ελεγειακό επιτονισμό. Γι’ αυτό και οι εικόνες που συλλέγει στο Λεύκωμά του ο ποιητής έχουν ανθρωπιστικό βάρος αλλά και χαμηλό ύψος εστιασμού, είναι διαποτισμένες με τη θλίψη ότι αυτός ο «χαμηλός κόσμος» φθείρεται και εξωτερικά και εσωτερικά. Γιατί οι εικόνες του ακόμη κι όταν αναφέρονται σε χθεσινά γεγονότα, καλύπτουν τα σημερινά και προλέγουν –αλίμονο…‒ τα μελλούμενα…
Εικόνες αγαπημένες της ζωής
από αιώνες τώρα
φωτογραφίες παιδιών παππούδων γιαγιάδων
των νεόνυμφων στον γάμο
αναρτημένες στους τοίχους μες στα κάδρα
εικόνες αγαπημένες της ζωής
απροστάτευτες στους τοίχους
από τις βόμβες τους πυραύλους τα εκρηκτικά (σ.52)
_______
[1] Βασίλης Λαδάς, Λεύκωμα, Γαβριηλίδης, 2020, σ.52.
[2] Βασίλης Λαδάς, Ο Γιάννης και η Μαρία, Στοχαστής, 1972.
[3] Μέχρι το 2004 ο Βασίλης Λαδάς υπέγραφε τα ποιητικά βιβλία του ως Βασίλης Αρφάνης.
[4] Βασίλης Αρφάνης, Απόκρεω, Γαβριηλίδης, 2004.
[5] Βασίλης Λαδάς, Δείπνα, Γαβριηλίδης, 2011.